Κείμενα

                                      

Μια συλλογή κειμένων από τα βιβλία μας

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ: ΣΕΙΡΑ: ΠΑΡΑΞΕΝΕΣ ΜΕΡΕΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

 

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΒΑΝΑΡΓΙΩΤΗΣ

Η θεωρία των χαρταετών (διηγήματα)

 11-9-2001

%cf%87%ce%b1%cf%81%cf%84%ce%b1%ce%b5%cf%84%ce%bf%ce%afΠάλεψα πολύ γι’ αυτή τη σχέση. Τα χρόνια που υπηρετούσαμε μαζί, ενώ στην αρχή δεν έδειξε κανένα ενδιαφέρον για μένα, κατάφερα σιγά σιγά με σχέδια και προσεκτικές κινήσεις, βήμα βήμα, να την κάνω πρώτα να με προσέξει και αργότερα να συζούμε. Ήταν καλλιτεχνική φύση και για να την κερδίσω έβγαλα από μέσα μου όλη την ευαισθησία και μάλιστα στους τομείς που την ενδιέφεραν την πολλαπλασίασα.

Ζωγράφιζε καλά. Δανείστηκα ό,τι διέθετε η δημοτική βιβλιοθήκη και έμαθα όλες τις τάσεις και τις τεχνοτροπίες. Διάβασα βιογραφίες και είδα πίνακες από τον Μιχαήλ Άγγελο ως τον Γουόρχολ και τον Μπέικον. Μάλιστα μπήκα στον πειρασμό και αγόρασα χαρτιά, χρώματα και καβαλέτο και άρχισα να κάνω κι εγώ μερικές αδέξιες πινελιές. Πέτρα πέτρα έχτισα αυτή τη σχέση. Η όλη προσπάθεια μού έμαθε τι δύναμη κρύβει ο έρωτας. Δεν είχα ερωτευτεί αληθινά ως τότε. Δεν έκανα θυσίες για τις σχέσεις μου. Για τη Χριστίνα θα έκανα τα πάντα. Έφτασα στο σημείο να ακούω τζαζ, εγώ ο φανατικός του Καζαντζίδη. Έ ρε, γέλιο που θα έκαναν οι φίλοι στο χωριό αν με έβλεπαν έτσι αλλαγμένο. Θα ξεραίνονταν στα γέλια. Με μεταμόρφωσε κυριολεκτικά ο έρωτας.

Τα νέα ενδιαφέροντα που προστέθηκαν στην προσωπικότητά μου έκαναν τον Μιχάλη, τον νέο συνάδελφο των καλλιτεχνικών, να με συμπαθήσει. Ήταν άνθρωπος χαμηλών τόνων, ήρεμος και είχε πάνω κάτω τα ίδια ενδιαφέροντα με μας, γι’ αυτό κέρδισε και τη Χριστίνα και γίναμε μια πολύ καλή παρέα οι τρεις μας. Εκείνος έκλινε βέβαια μουσικά προς τα έθνικ αλλά και το στύλ της ζωγραφικής του είχε πολλά στοιχεία από την Ανατολή. Οι προσωπογραφίες του θύμιζαν Φαγιούμ και οι γυναίκες του είχαν μαύρα μεγάλα μάτια σαν τις Ινδές και φορούσαν μακριά πορτοκαλοκόκκινα φορέματα.

Το βράδυ της Δευτέρας ήπιαμε κάτι παλιοποτά σε ένα μπαρ, γιατί την άλλη μέρα είχαμε ρεπό. Στο σχολείο πηγαίναμε με βάρδιες. Έτσι εκείνη την Τρίτη δεν ξύπνησα καλά. Σηκώθηκα από το κρεβάτι αργά και το κεφάλι μου κόντευε να σκιστεί στα δύο. Το μεσημέρι με το ζόρι έφαγα κάτι ελαφρύ. Βυθίστηκα σε μια πολυθρόνα μ’ ένα βιβλίο στο χέρι, αλλά δεν μπορούσα να συγκεντρωθώ. Από ιδεολογία δεν συνδέσαμε την κοινή μας ζωή με τηλεόραση και η Χριστίνα -τυχερή, γιατί το βράδυ ήπιε χυμό- απολάμβανε τον καφέ της ακούγοντας ένα πρόγραμμα τζαζ στα μεσαία. Θά ’ταν πέντε το απόγευμα, όταν ξαφνικά το πρόγραμμα διακόπηκε και ανακοινώθηκε στα αγγλικά ότι έγινε τρομοκρατικό χτύπημα στην Αμερική από την Αλ Κάιντα και κατέρρευσαν οι δίδυμοι πύργοι. «Τι λέει, ρε; άκουσες τι έγινε;» ξεφώνισε η Χριστίνα, η οποία είχε επισκεφτεί την Αμερική και μάλιστα είχε φάει σε ένα εστιατόριο στους δίδυμους πύργους. Δεν πίστευε στ’ αυτιά της. Εγώ πάλι είχα στ’ αυτιά μου ένα βουητό από τον πονοκέφαλο που με έκανε να νιώθω την Αμερική και το Μανχάταν την πιο μακρινή και αδιάφορη χώρα στον κόσμο. Δεν έδωσα προσοχή και μπήκα να κάνω ένα δροσερό ντους μπας και συνέλθω. Κατά τις έξι μας πήρε ο Μιχάλης τηλέφωνο να βγούμε. Είχαμε ήδη αναστατωθεί όλοι καθώς έφτασαν και οι λεπτομέρειες για τους χιλιάδες νεκρούς των οποίων ο αριθμός δεν είχε προσδιοριστεί ακριβώς ακόμη.

Ευτυχώς με δυο ασπιρίνες ο πονοκέφαλος μου πέρασε, αλλά λίγο η θλίψη για τα γεγονότα, λίγο η ευαισθησία στο νευρικό σύστημα, που μου άφησε, η έκρηξη στο κεφάλι μου, και βρισκόμουν σε μια περίεργη κατάσταση. Απολύτως ήρεμος, αλλά με τις αισθήσεις μου όλες τεταμένες. Καθίσαμε σε μια καφετερία έξω. Φυσούσε ένας ζεστός αέρας που έλεγες πως ήταν καλοκαίρι. Κάτι όμως στη μυρωδιά του, μια ανεπαίσθητη υγρασία, λίγο το φως που άλλαξε, μια αιωρούμενη μελαγχολία στην ατμόσφαιρα, οι οξυμμένες μου αισθήσεις έπιαναν εκείνο το βράδυ το πέρασμα σε άλλη εποχή. «Μυρίζει φθινόπωρο», είπα, αλλά κανένας δεν απάντησε. Η Χριστίνα είχε κυριευτεί από ακατάσχετη φλυαρία, σχολίαζε και ανέλυε με πάθος τα γεγονότα με τον Μιχάλη, σχεδόν μου είχε γυρίσει την πλάτη. Δεν έδωσα σημασία, κοίταζα τα όμορφα νεοκλασικά σπίτια γύρω από την μικρή πλατεία και σκεφτόμουν ότι θα μπορούσε κανείς να ζωγραφίσει με απαλό υδατόχρωμα το παιχνίδι πάνω τους του φωτός που χανόταν, τη νύχτα που έφτανε αναδεικνύοντας ακόμα περισσότερο την ομορφιά τους έτσι που στέκονταν εκεί  χρόνια και καιρούς.

Μετά στράφηκα στη Χριστίνα και στο Μιχάλη. Προσπάθησα να διακόψω τη θλιβερή συζήτηση, να τους μιλήσω για την ομορφιά. Δεν τα κατάφερα. Και όπως τους κοίταζα σιωπηλός να συζητάνε, στις οχτώ και σαρανταπέντε περίπου αντιλήφθηκα ένα ανεπαίσθητο χάδι της Χριστίνας στο χέρι του Μιχάλη. Στις εννιά με την άκρη του ματιού μου είδα το γόνατό της να αγγίζει κάτω από το τραπέζι το δικό του. Και κατά τις εννιάμιση έπιασα ένα βλέμμα όλο φωτιά στα μάτια τους. Εκείνοι φλέγονταν και η σχέση που τόσον καιρό έχτιζα γκρεμίστηκε με μιας σε χαλάσματα.

«Ανάμεσα στα πέντε καλύτερα βιβλία της χρονιάς»

Δ. Κόκκορης, περιοδικό Φρέαρ, Δεκέμβριος 2013


ΜΗΛΕΒΑ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΟΥ

Όμορφες μέρες (μυθιστόρημα)

 Άννα (απόσπασμα)

 %cf%8c%ce%bc%ce%bf%cf%81%cf%86%ce%b5%cf%82-%ce%bc%ce%ad%cf%81%ce%b5%cf%82Τα πάντα είναι θέμα στυλ. Ο τρόπος που ντύνεσαι, που κινείσαι, ακόμα κι ο τρόπος που αναπνέεις είναι ό,τι έχεις. Δεν έχεις τίποτα άλλο. Τίποτα δεν σου ανήκει πραγματικά. Ούτε καν η ζωή σου. Το στυλ είναι αυτό που θα δώσει το νόημα, όταν δεν υπάρχει νόημα. Και νόημα δεν υπάρχει ποτέ. Aν θεωρείς τη ζωή σου ασήμαντη, έχεις απόλυτο δίκιο. Είναι ασήμαντη. Είναι βέβαια παρηγορητικό το γεγονός ότι δεν είναι μόνο η δική σου ζωή ασήμαντη. Όλες οι ζωές είναι εξίσου ασήμαντες με τη δική σου. Μπορεί κάποιες να φαίνονται πιο σημαντικές, ακόμα και πολύ πιο σημαντικές σπανιότερα,  ωστόσο κι αυτό είναι μια ψευδαίσθηση. Μια ψευδαίσθηση που χρειάζονται κάποιοι για να διατηρήσουν την ελπίδα. Την μικρή ελπίδα ότι μπορεί κι η δική τους ζωή να γίνει κάποτε σημαντική. Όμως αυτό δεν θα γίνει ποτέ. Όσο κι αν προσπαθήσουν. Γιατί τελικά όλα χάνονται με το χρόνο. Κι όλα ξεχνιούνται.

“Μα ακόμα θυμόμαστε τον Όμηρο”  μου λες. Παραδέχομαι ότι κι ο χρόνος παίζει το ρόλο του, σου απαντώ κι εγώ. Κάποιοι ξεχνιούνται αμέσως, κάποιοι θα ξεχαστούν μετά από αιώνες, ίσως και χιλιετίες. Δεν πρόκειται για ποιοτική διαφορά, αλλά για ποσοτική. Αν λοιπόν νομίζεις ότι λίγα χρόνια αναβολής σου είναι αναγκαία, έχεις κάθε δικαίωμα να χαραμίσεις τη ζωή σου αναζητώντας τρόπους να ξεχωρίσεις. Αν το καλοσκεφτείς όμως, θα κάτσεις στα αβγά σου και θα περιμένεις τη σειρά σου. Τη σειρά σου να ξεχαστείς.

Το τι θα κάνεις περιμένοντας, δεν έχει καμία απολύτως σημασία. Δεν μετράει τι κάνεις, μετράει όμως ο τρόπος που το κάνεις. Όχι ακριβώς μετράει δηλαδή. Είναι μια μάσκα. Μια προσπάθεια να φανεί η ζωή πιο σημαντική απ’ ότι πραγματικά είναι. Πάλι για ψευδαίσθηση μιλάμε δηλαδή. Αλλά ευχάριστη και μάλιστα χωρίς πολύ κόπο, ούτε θυσίες.

“Κι η αγάπη;” με ρωτάς. Μήπως τίποτα απ’ όλα αυτά δεν μετράει, παρά μόνο η αγάπη; Καλή είναι, σου απαντώ, αλλά ανήκει σε άλλη κατηγορία. Θέλει κόπο και θυσίες. Κι εγώ δεν είμαι για τα δύσκολα. Μισώ τους δύσκολους δρόμους. Όταν συνειδητοποιώ ότι βρίσκομαι σε δύσβατο μονοπάτι, κάνω επιτόπου στροφή και αναζητώ από την αρχή την πιο εύκολη διαδρομή. Δεν αντέχω τις τεθλασμένες γραμμές, λατρεύω τις ευθείες, τους δρόμους χωρίς εμπόδια. Έτσι εξηγείται η αδυναμία μου για τις ρομαντικές κομεντί, έτσι δεν είναι; Φαίνεσαι απογοητευμένος από την απάντησή μου.

 “Όποιος συμπαθεί τις τραγωδίες, να σηκώσει το χέρι του” είχε φωνάξει ο δάσκαλός σου.

Δεν τις συμπαθείς, αλλά σε συγκινούν. Δηλαδή, βάζεις τα κλάματα στο τέλος, ξελαφρώνεις, το σκέφτεσαι από δω, το σκέφτεσαι από κει και μετά θέλεις να δεις μια ρομαντική κομεντί για να έρθεις στα ίσια σου.

“Εσύ που σήκωσες το χέρι σου, πες μας γιατί τις συμπαθείς.”

Γιατί σου αρέσουν τα διλήμματα. Γιατί σου αρέσει να μην αποφασίζεις ποτέ για τίποτα. Και θαυμάζεις αυτούς που παίρνουν αποφάσεις. Και πληρώνουν το τίμημα. Επιβεβαιώνει την απόφασή σου να μην παίρνεις αποφάσεις. Και δεν πολυσυμπαθείς, λες ντροπαλά, τις ρομαντικές κομεντί, γιατί εκεί όλα γίνονται εύκολα κι οι σωστές αποφάσεις είναι εκνευριστικά προφανείς.

“Γιατί κάποιος θα έσωζε την Ιλιάδα, κι όχι έναν άνθρωπο σε περίπτωση καταστροφής;” με ρωτάς. Μπορεί να έχω εκπαιδεύσει τη σκέψη μου να αποφεύγει τις επώδυνες αναζητήσεις, να την έχω τιθασεύσει σε τέτοιο βαθμό, ώστε να  είναι τελικά μαντρωμένη στον ανθοστόλιστο κήπο της άρνησης και της χαράς, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η πόρτα είναι κλειδωμένη ή ότι δεν τολμάει να πετάξει παραέξω. Αν υπάρχει πραγματική ανάγκη, έχει το ελεύθερο να τριγυρίζει στη σκοτεινιά του έξω κόσμου, του “πραγματικού”, όπως μου τονίζεις, για όσο χρειάζεται για να κάνει τις αναλύσεις της και να βγάζει τα συμπεράσματά της και να γυρίσει μετά με περισσότερη λαχτάρα στην ασφάλεια της χαρούμενης γωνιάς που έχουμε καταφέρει να στήσουμε μαζί.

Όσο λοιπόν έκανε τις βόλτες της εκεί έξω, έψαξε και βρήκε τους τρεις κυριότερους λόγους που κάποιος θα έσωζε την Ιλιάδα κι όχι τον συνάνθρωπό του από τον χαμό:

  1. Mόνο μέσω του έργου σου μπορείς να γίνεις αθάνατος, συνεπώς το έργο είναι πιο σημαντικό από τον ίδιο τον άνθρωπο (πόθος για αθανασία). Αφού ο άνθρωπος θα χαθεί που θα χαθεί, τουλάχιστον ας σώσουμε κάτι που θα ζήσει περισσότερα χρόνια (αλλά τότε θα προτιμούσες και μια χελώνα από έναν άνθρωπο)
  2. Τον άνθρωπο μπορεί να τον χάσεις, σίγουρα υπάρχουν περισσότερες πιθανότητες να μην χάσεις το έργο του (φόβος απώλειας)
  3. Ο άνθρωπος είναι απρόβλεπτος, ενώ από το έργο του ξέρεις τι να περιμένεις, ό,τι είχε να πει το είπε (ανάγκη ασφάλειας)

Κι όλα αυτά είναι ένα τελικά: φόβος θανάτου.

 

Όταν έμαθες πως είναι πολλοί αυτοί που θα προτιμούσαν την Ιλιάδα από τον άνθρωπο, απογοητεύτηκες τόσο από το ανθρώπινο είδος που για λίγο πίστεψες ότι η Ιλιάδα αξίζει περισσότερο από έναν άνθρωπο, έτσι δεν είναι; Ευτυχώς μόνο για λίγο. Είσαι τόσο βαθιά ανθρωπιστής που θέλεις να βλέπεις τους κυνικούς, σαν απογοητευμένους ανθρωπιστές, που με τον καιρό θα μετανοήσουν. Δεν μπορείς παρά να πιστεύεις στον άνθρωπο, ακόμα κι αν ο άνθρωπος δεν πιστεύει στον εαυτό του.

Είσαι εντυπωσιασμένος, μου λες. Κι εγώ κουρασμένη. Γι’ αυτό θα ήθελα να σταματήσουμε την κουβέντα μας εδώ, για να χουχουλιάσουμε στον καναπέ και να πιούμε μια ζεστή σοκολάτα.

Μια ζεστή σοκολάτα μπορεί να πνίξει όλους τους καημούς κι όλες τις κακές σκέψεις. Και το σωστό άρωμα μπορεί να σου φτιάξει τη μέρα. Όπως και το κραγιόν ή ένα φουλάρι στο σωστό χρώμα.

‘Η μια αγκαλιά από κάποιον που αγαπάς, προσθέτεις.

Ή όποιον έχεις εύκαιρο, αρκεί να φοράει το σωστό άρωμα, αναγκάζομαι να συμπληρώσω, βουλιάζοντας στον καναπέ, σχεδόν υπνωτισμένη από τη γλυκιά μυρωδιά της σοκολάτας ανακατεμένη σε σωστή αναλογία με τη μυρωδιά σου, που γίνεται όλο και πιο δυνατή κι ευχάριστη καθώς με πλησιάζεις.

“Τίποτα δεν πεθαίνει” μου λες καθώς με πλησιάζεις. “Τίποτα δεν πεθαίνει πραγματικά. Όλα συνεχίζονται. Κι η αγάπη νικάει τα πάντα.”

“Πως το ξέρεις;”

“Το ξέρω. Κι εφόσον η αγάπη νικάει τα πάντα, μπορεί να νικήσει και το θάνατο” λες με σιγουριά. Φαίνεσαι τόσο σίγουρος που για λίγο σε πιστεύω. Σε πιστεύω τόσο που δεν επιθυμώ πια ξέγνοιαστα όνειρα και βόλτες στο πάρκο. Η ανάσα σου μου είναι αρκετή.

 Για λίγο δεν μιλάμε κι είμαι τόσο τυχερή που το ραδιόφωνο παίζει το αγαπημένο μου τραγούδι.

“I wanna be adored” μουρμουρίζω, όταν έρχεται η ώρα του ρεφρέν.

“Δεν είναι αυτό που πραγματικά θες” μου ψιθυρίζεις. “Δεν χρειάζεσαι λατρεία. Η λατρεία εμπεριέχει ψέμα. Η λατρεία είναι εξιδανίκευση, που εύκολα μετατρέπεται στο αντίθετό της. Από το αντικείμενο λατρείας περιμένεις να είναι τέλειο κι αν διαψεύσει τις προσδοκίες σου, λατρεύεις κάτι άλλο. Το θες στο βάθρο κι όχι δίπλα σου. Έχεις ανάγκη να το χειροκροτάς, αλλά δεν αντέχεις να το παρηγορείς.

Μπορείς να παίζεις με την ιδέα. Το δικαιούσαι. Αλλά θυμήσου τι πραγματικά χρειάζεσαι.”

Τι χρειάζομαι Πέτρο;

“Χρειάζεσαι κάποιον να σε σκεπάζει όταν κρυώνεις. Όταν τρέχει η μύτη σου, να σου φέρνει χαρτομάντηλο. Να γελάει με τα αστεία σου, όταν κανείς άλλος δεν τα καταλαβαίνει (ακόμα κι αν δεν είναι και πολύ αστεία). Να του λες ό,τι νιώθεις, χωρίς να φοβάσαι ότι θα σε κοροϊδέψει. Να σου στρώνει το τσουλούφι που πετάει, χωρίς καν να το σχολιάσει. Να σε αγκαλιάζει όταν δεν είσαι στις ομορφιές σου. Να μοιράζεται μαζί σου το τελευταίο του τσιγάρο. Να πηγαίνεις δίπλα του, όταν δεν νιώθεις πουθενά αλλού ασφαλής.”

Αυτά τα λόγια με νανούρισαν με έναν παραμυθένιο τρόπο. Το επόμενο το πρωί τα είχα ξεχάσει και τα ξαναθυμήθηκα μετά από πολλά χρόνια, όταν μετά από ένα περίεργο όνειρο, κατάλαβα ότι είχα αγνοήσει την πιο όμορφη ερωτική εξομολόγηση που μου έγινε ποτέ.

 Σας προτείνω τις «Όμορφες μέρες» όχι μόνο ως ένα καλογραμμένο βιβλίο της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας, αλλά και ως πρώτη γνωριμία με μία συγγραφέα από την οποία, προσωπικά, αναμένω πολλά και σημαντικά.

Αγγέλα Γαβρίλη, http://www.diavasame.gr/  Μάρτιος 2014

*

ΑΝΝΑ ΚΟΚΚΙΝΙΔΟΥ

 Συνομιλώντας

 1.Ταξι-δεύοντας

%cf%83%cf%85%ce%bd%ce%bf%ce%bc%ce%b9%ce%bb%cf%8e%ce%bd%cf%84%ce%b1%cf%82«Κοίτα, οι άντρες λέει μια διαφήμιση σκέφτονται το σεξ κάθε τρία δευτερόλεπτα. Λάθος! κάθε κλάσμα του δευτερολέπτου το σκέφτονται. Ο μόνος τρόπος για να κρατήσει μια γυναίκα τον άντρα είναι να γκαστρωθεί το πρώτο χρόνο της γνωριμίας. Και εγώ έτσι παντρεύτηκα. Έτσι ήταν ο παππούς μου, ο μπαμπάς μου, έτσι είμαι και έτσι θα ναι ο γιος μου. Μην κοιτάς κάτι φλώρους, λόγιους και πανεπιστημιακούς. Αυτοί οι μπλαμπλάδες δεν είναι άντρες. Οι καλύτερες οικογένειες φτιάχνονται από λαχαναγορίτες.» Έλεγε ο οδηγός του ταξί που πήρα.

Πάλι τυχερές είναι δηλαδή οι γυναίκες γιατί σε πολλά άλλα είδη του ζωικού βασιλείου, τα αρσενικά δεν τα κρατάνε τα θηλυκά ούτε με τα τέκνα. Η διαφορά είναι πως σε αυτά τα είδη τα θηλυκά δεν ενδιαφέρονται κιόλας για να το κρατήσουν το αρσενικό δίπλα τους αφού έκανε τη δουλειά του. Τζάμπα κόπος και άλλο ένα στομάχι για να γεμίσει. Oι άντρες γενικά κάνουν σεξ γιατί ερεθίζονται. Κάτι τους ελκύει σαρκικά και εκεί δένει το όλον. Οι γυναίκες σε μεγάλο ποσοστό κάνουν σεξ γιατί ερωτεύονται ή θαρρούν πως ερωτεύονται (μα γιατί να συγχέουμε τη σαρκική έλξη με τον Έρωτα! Πάντα έτσι χτίζονται οι παρεξηγήσεις). Οι γυναίκες έχουν μια αφηγηματική σχέση με το σεξ. Μπέρδεμα. Τόνοι και αιώνες κοινωνικής και άλλης ηθικής και ηθικολογίας, φιλολογίας, ποίησης και θεαμάτων κάνανε τη φύση άνω-κάτω.

Κάνω συχνά διαδρομές στην πόλη με το ταξί. Δε μπορώ να αποφασίσω να χρεωθώ για να πάρω αυτοκίνητο. Έχω αναπτύξει μια δυσανεξία απέναντι σε αυτά και η χρεωστική μου συμπεριφορά είναι επικίνδυνη. Tαξι-δεύω συχνά και μου αρέσουν πολύ αυτοί οι τύποι και πιο σπάνια οι τύπισσες που καλούμε «ταρίφες». Λειτουργούν  ως αυτοί που εκφράζουν με ακρίβεια τα βαρόμετρα της κοινής γνώμης, ως ερήμην ψυχαναλυτές και μελετητές της ανθρώπινης φύσης μια και εκτίθενται συνεχώς σε αυτήν.

Άλλοι μιλούσαν με τη γκόμενα στο κινητό και έριχναν βρισιές, άλλοι μιλάνε για πολιτική και για συμφέροντα, άλλοι συνδικαλίζονται με πάθος μην τύχει και απελευθερωθούν οι άδειες. Τέλος πάντων όλοι οι ταξιτζήδες έχουν μια ανωτερότητα αποστασιοποιημένη στο βλέμμα. Εργάτες στους δρόμους, μάρτυρες ισόποσα της χλίδας και της χαμοζωής. Ό,τι και να πεις είσαι μια ακόμα κούρσα, εκτός αν είσαι καλή γκόμενα και έχουν κέφια. Το σύμπαν κλείνεται στις γενικεύσεις του μικρού ταξιδιού μέσα στο μπουκωμένο αστικό τοπίο.  Σκέφτομαι γιατί ακόμα δεν πέταξα το κουτί με το απορρυπαντικό στο σπίτι όπου μένω αφότου πέθανε η θεία μου. Νιώθω ενοχές είναι σα να πετάω κάτι από αυτή. Τα λαστιχάκιά της για να τα τυλίγει γύρω από το σακουλάκι του καφέ, τα ταγιέρ της για τα καλά και τα μεγάλα μας, η γλάστρα με τον πελώριο φίκο, σαν δέντρο έγινε και πιάνει όλο το μπαλκόνι. Όλα έμειναν πίσω. Κάτι από τις μαύρες ζακέτες της και από τη μυρωδιά της. Κάτι από τα ταχταρίσματά της όταν ήμουν παιδί και τα απαλά χτυπήματα στην πλάτη για να αποκοιμηθώ. Το ίδιο νιώθω και για το ντοσιέ του καλύτερου μου φίλου και το σάκο του που κράτησα. Εγώ ζω, αυτός όχι.

Ο αστικός καμβάς γύρω μου με κάνει να ασφυκτιώ. Ο ταρίφας σήμερα είναι λαλίστατος. Εξαρτώ τη διάθεσή μου ή έστω την πρωινή μου διάθεση από το ταξί-δι. Ο ταξιτζής ορίζει με κάποιον τρόπο το πώς θα μου πάει η μέρα. Αν πέσω σε κανένα μουρτζούφλη συνήθως η μέρα προμηνύεται ζόρικη. Αυτοεκπληρούμενη προφητεία δηλαδή και όλο της το μεγαλείο. Όλοι αυτοί οι οδηγοί ταξί εκτίθενται στις ανάσες, τις μυρωδιές και τα ίχνη τόσων ανθρώπων, τα δερμάτινα καθίσματα της Μερσεντές μυρίζουν θαρρείς ανθρωπίλα, το βαθούλωμα στο κάθισμα και η όλη καταπόνηση του αυτοκινήτου μαρτυρούν την πολυχρησία.

Εκνευρίζομαι πολύ όταν καπνίζει κάποιος από αυτούς. Θυμάμαι ένα κοκκινόμαυρο σβώλο που ξέρασε ο πατέρας μου μια μέρα που πήγε να ξυριστεί και μετά γίναμε όλοι θύματα του μαλάκα του καρκίνου. Βλέποντας πως οι πιο πολλοί συγγενείς του πατέρα μου σε ευθεία γραμμή  υπήρξαν καρκινοπαθείς με ενοχλεί η ιδέα πως ο ταξιτζής συνεισφέρει κατά έναν αδιευκρίνιστο τρόπο στην ενδεχόμενη μετάλλαξη των ογκογονιδίων μου, γεγονός αμφίβολο και ασήμαντο αν αναλογιστεί κανείς πως και εγώ καπνίζω όταν μου καπνίσει.

Πάντα τους λέω να  με πηγαίνουν από την παραθαλάσσια διαδρομή για να χορταίνει λίγο το μάτι μου θάλασσα μια που πρόκειται να καρφωθώ στον υπολογιστή για ώρες. Μια μικρή τζούρα από θάλασσα μου κάνει καλό στα μάτια και στην ψυχή. Μάλιστα δουλεύω κοντά στη μαρίνα όπου ξεμοναχιαζόμασταν όλοι σαν έφηβοι και μου έρχονται καμιά φορά οι ριπές εκείνων των πραγματικά αθώων ραντεβού με τα χέρια πολύ διστακτικά να εξερευνούν την περιοχή ακριβώς επάνω από το τρίχωμα του εφηβαίου χωρίς να τολμούν να προχωρήσουν παρακάτω.

Κοιτάω κλεφτά τη θάλασσα, τη ρουφάω αδηφάγα για όσο μπορώ. Η θάλασσα είναι πάντα σύμμαχός μου, κυρίως γιατί το αποστασιοποιημένο της πήγαινε-έλα με γαληνεύει κάπως. Είμαι κάπως εγωκεντρικό άτομο, όπως όλα  τα άτομα που νομίζουν πως ζουν πιο έντονα από τους υπόλοιπους ενώ στην ουσία δε ζουν, περνώντας όλη τους τη ζωή ανικανοποίητα και χωρίς πραγματικό σημείο αναφοράς πέρα από μια στείρα αυτοεπιβεβαίωση και ένα καρότο που κυνηγούν μόνα και μανιασμένα.

Είναι πραγματικά απίστευτο το τι μου θυμίζει σε τόσο λίγο χρόνο η όψη της θάλασσας. Έρχεται στο μυαλό μου μια εικόνα:

Το τώρα… Χρονικό συγκείμενο. Τώρα. Επιτακτικό, ζητάει να παγιωθεί. Ακούω τα κύματα. Καταιγιστικά. Ακουμπάω τάχα ερήμην μου ένα αγαπημένο πόδι, αυτό δεν ξέρω αν πραγματικά με ακουμπά, μα η ανάγκη μου για το άγγιγμα με ξεπερνά. Για πόσο; Για τώρα και για όσο διαρκεί, αιώνια. Αυτός που ακουμπά έχει το ζόρι, όχι αυτός που ακουμπιέται.

Τα κύματα. Επιστρέφω στην ηχητική, σε πρώτο χρόνο, περιγραφή τους. Δε μπορώ, κάπως άρχισε να μου χαϊδεύει το πόδι, αλλά δε με ξεγελά. Αυτή η σαγήνη δε θα με παγιδεύσει αυτή τη φορά, γιατί ακούω τα κύματα. Επανέρχομαι.

Καταιγιστική η ηχητική των κυμάτων, με περιβάλλει από παντού. Εδώ είναι σα Βρετανική λουτρόπολη, σαν το Μπαθ αν και δεν έχω πάει, ξέρω πως έτσι είναι. Ήσυχα, καμία σχέση με τα κοσμοπολίτικα θέρετρα, τα γεμάτα χλιδάτο κόσμο. Εδώ είναι κάπως αφημένα. Φαντάζομαι γιαγιάδες με ευρυαγγείες, δε φαντάζομαι καν, τις βλέπω, συνταξιούχους, οικογένειες και αλλοδαπούς σε πακέτα προσφοράς σε ενοικιαζόμενα, ανακαινισμένα, πάνω από τσικνισμένες ταβέρνες. Καμιά σχέση με το Μπαθ. Και, όμως, η ίδια παραίτηση και στον τόπο και στον κόσμο. Η θάλασσα θολή, σα σούπα, η παραλία επιμήκης ιδιαίτερα, λιμνίσια νερά, γνήσιος κόσμος, περίπατοι για λουκουμάδες και για γύρους, λαϊκές μουσικές και πάθη, μεράκια, και στο τέρμα, το δυτικό της παραλίας, ένα αναχρονιστικό Λούνα-Παρκ, βγαλμένο από ταινία, παγωμένο στο χρόνο, τα παιδάκια, άλλα μα ίδια, η ίδια πρωτόγονη χαρά, το ίδιο σφίξιμο στα γονικά χέρια, το μαλλί της γριάς, το νέον των παιχνιδιών, η πρωτογενής έλξη που ασκεί αυτός ο χαρούμενος τόπος. Καμία σχέση με τα θεματικά φαν παρκ της πρωτεύουσας. Εδώ, παρήγορο αυτό, ακόμα κοιτούν την Ανατολή και καμία σχέση έχουν με τη Δύση.

Ξαναγυρίζω στο ταξί. Ακούω ξανά τα λόγια του ταρίφα. Tόσα πολλά μου ξύπνησε η θέα της θάλασσας. Τη μνήμη εκείνης της μικρής εκδρομής στη θάλασσα, με το χέρι στο γόνατό μου, τους διάφορους να σουλατσάρουν, τα κεριά και το κρασί και εμάς να μη μιλάμε. Δε μιλάμε ποτέ, γιατί δεν είπαμε όσα θέλαμε και δε μπορούμε ξέρω. Θυμήσου πως υπήρχαν τόσες πολλές θάλασσες για μένα, έμεινα και σε νησιά, μα τώρα εσύ. Οι ταρίφες είναι ευτυχισμένοι που τους έρχεται η ανθρώπινη φύση  στη μάπα. Κουτσομπόληδες ή θυμόσοφοι; Ποιος  νοιάζεται; Αρκεί που τους βλέπω έτσι αφημένους και απαθείς για το δικό μου άγχος να φτάσω κάπου, αδιάφορους για τα εργοτάξια, τις λακκούβες, το νέφος, μια που όλα τα έχουν συνηθίσει, για να ταξιδεύω.

*

 

 ΑΝΤΡΙΑΝΑ ΜΙΝΟΥ

Παιδικά νουάρ

3,14 σκέψεις για να μη σε σκεφτώ

 

%cf%80%ce%b1%ce%b9%ce%b4%ce%b9%ce%ba%ce%b1-%ce%bd%ce%bf%cf%85%ce%b1%cf%81Σήμερα είναι Κυριακή ως συνήθως. Πάει αρκετός καιρός που συχνάζω αποκλειστικά μέσα σ’ αυτόν τον κύκλο που όλο και στενεύει. Ξέρω πως κρυφά θέλεις να υπερηφανεύεσαι ότι τον έχεις κατασκευάσει εσύ εξ ολοκλήρου, ωστόσο και οι δυο ξέρουμε καλά πως τέτοιου είδους οικοδομήματα πάντα χρειάζονται δυο για να φτιαχτούν. Άλλωστε δε θεωρώ ότι είμαι εγκλωβισμένη στον κύκλο. Ξέρω πως ανά πάσα στιγμή μπορώ να επιλέξω να βγω από εδώ και να μην επιστρέψω ίσως ποτέ ξανά. Δεν το κάνω βέβαια. Και δεν είμαι σίγουρη πως ξέρω γιατί δεν το κάνω. Αλλά χρόνος υπάρχει. Τουλάχιστον υπήρχε ώσπου άρχισε να στενεύει ο κύκλος.  Ούτε αυτό είμαι σίγουρη γιατί συνέβη, όπως δεν είμαι σίγουρη ότι δεν αποκλείεται να συμβεί και το αντίθετο κάποια στιγμή κι έτσι όπως άρχισε να στενεύει ίσως έτσι να αρχίσει πάλι να ξεχειλώνει. Πάντως ούτε εσύ ξέρεις, κι αφού δεν ξέρεις αποκλείεται να είσαι η αιτία όλου αυτού. Εκτός αν όταν είμαστε η αιτία δεν μπορούμε να ξέρουμε πως είμαστε η αιτία χωρίς να μας το πει κάποιος άλλος. Έτσι όπως δεν μπορούμε να δούμε το ίδιο μας το πρόσωπο χωρίς καθρέφτη. Άραγε αυτό σημαίνει και ότι ο μόνος τρόπος να είμαστε η αιτία είναι να μην ξέρουμε ότι είμαστε η αιτία; Είδες; Μπορώ να φτιάχνω τέτοιους μικροσκοπικούς (αν και εν δυνάμει ατέλειωτους) κύκλους μέσα στον κύκλο που συχνάζω, με αξιοθαύμαστη ευκολία. Και σου το υπογράφω πως το κάνω ολομόναχη, χωρίς τη συμβολή σου. Και να σου πω την αλήθεια, δεν παραπονιέμαι γι’ αυτήν τη μοναξιά μέσα στον κύκλο. Το μόνο που με ενοχλεί κάπως είναι ότι αποκτώ συχνά την εντύπωση πως μου διαφεύγει ο τόνος της φωνής μου και τότε αρχίζω να αφήνω κοφτές κραυγές ή να απαγγέλω την προπαίδεια για να τον θυμηθώ. Βέβαια η φωνή μου κάνει αμέτρητα γκελ πάνω στα τοιχώματα του κύκλου και επιστρέφει στ’ αυτιά μου κάθε φορά και λίγο πιο παραμορφωμένη, οπότε αυτό το παιχνίδι χάνει τον αρχικό του στόχο, καθώς μεταμορφώνεται σταδιακά σε μια μηχανική ασχολία, της οποίας ο στόχος καταλήγει να είναι τελικά μάλλον ο αντίθετος από τον αρχικό. Προτιμώ όμως να μην το βλέπω έτσι γιατί τελευταία προσποιούμαι ότι είμαι εκ φύσεως αισιόδοξη. Ας πούμε λοιπόν απλώς πως το παιχνίδι αδειάζει από περιεχόμενο και παραμένει μόνο το λεπτό του περίγραμμα που περικυκλώνει τον προσωπικό μου χρόνο. Πάντα με κορόιδευες όταν χρησιμοποιούσα τη φράση «προσωπικός χρόνος», αν και ποτέ δεν κατάλαβα γιατί. Θεωρούσες πως μόνο «προσωπικός χώρος» μπορεί να υπάρξει, αλλά εγώ πιστεύω πως προσωπικός χρόνος όχι μόνο μπορεί να υπάρξει αλλά είναι και πολύ σημαντικότερος. Τα πράγματα έχουν ως εξής: ο προσωπικός χρόνος και ο προσωπικός χώρος εξαρτώνται από τη μη εισβολή ανεπιθύμητων μέσα σε ένα σαφώς οριοθετημένο χρονικό διάστημα ή σε συγκεκριμένες γεωγραφικές συντεταγμένες αντιστοίχως. Κι έναν προσωπικό χώρο μπορείς πιο εύκολα να τον περιφράξεις και να τον προστατεύσεις από τα απρόσκλητα σώματα, κλειδαμπαρώνοντας πόρτες, στήνοντας ναρκοπέδια ή σκάβοντας τάφρους με κροκόδειλους και λοιπές τέτοιες δοκιμασμένες τακτικές. Τον προσωπικό χρόνο όμως πώς να τον περιφράξεις και από τι να τον προστατεύσεις; Υπάρχει πάντα μια σιχαμερή χαραμάδα που θα παραμένει ανοιχτή για τους ανεπιθύμητους εισβολείς κι αυτή είναι η ίδια η σκέψη μου, η οποία, όπως και να το κάνουμε, είναι πάντοτε έρμαιο στα χέρια του κάθε επιτήδειου σώματος που μεταμορφώνεται σε συλλογισμό ή σε συμπέρασμα ή σε νοσταλγική ανάμνηση ή σε αντίλογο ή σε αυτοκριτική ή σε χίλια δυο άλλα τεχνάσματα, άυλα στο χώρο αλλά υπαρκτά στο χρόνο, τα οποία φέρνουν την ανυπεράσπιστη σκέψη μου προ τετελεσμένου, κατεδαφίζουν το εύθραυστο οικοδόμημα του προσωπικού μου χρόνου με εξοργιστική ευκολία και μετατρέπουν το ίδιο μου το μυαλό σε Δούρειο ίππο όλης αυτής της ιστορίας μέσα στον κύκλο. Θα μπορούσαν όμως να είναι χειρότερα τα πράγματα. Θα μπορούσα ας πούμε να είμαι εγκλωβισμένη σε ένα τούνελ χωρίς να ξέρω αν υπάρχει αρχή ή τέλος σ’ αυτό, και, αν υπάρχει, τι θα μπορούσε να βρίσκεται στην αρχή ή το τέλος του. Χίλιες φορές μόνη μου μέσα στον κύκλο που ναι μεν δεν έχει αρχή και τέλος, αλλά τουλάχιστο ξέρω τα όριά του και μέσα του μπορώ να περικλείομαι σχεδόν αμέριμνη. Είναι το μόνο σχήμα που μπορεί να μου προσφέρει τόση σιγουριά και ασφάλεια. Είναι τόσο προβλέψιμα όλα εδώ μέσα (ακόμα και η διαταραχή του προσωπικού μου χρόνου) που τελικά ίσως γι’ αυτό να μη θέλω να φύγω. Τώρα που το σκέφτομαι μάλιστα, το ότι στενεύει διαρκώς κάνει τα πράγματα ακόμα πιο προβλέψιμα και ασφαλή. Γι’ αυτό σταμάτα σε παρακαλώ να λες ότι άπλωσες το δαχτυλάκι σου, έφερες δυο σβούρες γύρω απ’ τον εαυτό σου και, με απελπιστική άνεση, αμίλητος ως συνήθως, με έχτισες μέσα σε αυτόν τον κύκλο. Αυτά είναι υπερβολές και ψέματα, όπως και η πεποίθησή σου ότι σε σκέφτομαι συνέχεια. Ότι δεν μπορώ να σταματήσω να σε σκέφτομαι, ότι αυτός ο κύκλος δεν έχει 360 μοίρες αλλά μόνο μία κι αυτή είσαι εσύ, ότι μόνο εσένα μπορώ να σκέφτομαι γιατί σ’ αυτόν τον κύκλο εσύ είσαι το κέντρο του, η σκέψη μου η περιφέρειά του, και το σώμα μου μπορεί μόνο να γρατζουνά χαριτωμένες χορδές και ακτίνες που τεντώνονται ανάμεσα σε όλα του τα σημεία. Η αλήθεια είναι πως τις Κυριακές δυσκολεύομαι να σταματήσω να σε σκέφτομαι. Ίσως να φταίει όμως που έχω ακουμπήσει πάνω από το τζάκι τα κεφάλια των Κυριακών που μου έφερνες κάποτε επί πίνακι. Τα ξεσκονίζω που και που αλλά γενικά το αποφεύγω, γιατί συνήθως όταν τα αγγίζω μου βγάζουν τη γλώσσα. Φαντάζομαι ότι εσύ τους το έχεις μάθει αυτό το κόλπο. Σήμερα όμως, αφού τηγάνισα αυγά και δεν κατάφερα να μη σε σκεφτώ, άλλαξα μια καμμένη λάμπα και δεν κατάφερα να μη σε σκεφτώ, έπλεξα ένα ζευγάρι γάντια και δεν κατάφερα να μη σε σκεφτώ, αναρωτήθηκα αν τα ψάρια πίνουν νερό ή είναι καταδικασμένα σε αιώνια και τραγικά ειρωνική δίψα και δεν κατάφερα να μη σε σκεφτώ, αποστήθισα το Άσμα Ασμάτων και δεν κατάφερα να μη σε σκεφτώ, τελικά αποφάσισα να βγω για λίγο από τον κύκλο και να διαβάσω εφημερίδα ελπίζοντας ότι θα σταματήσω να σε σκέφτομαι. Διάβασα λοιπόν ότι στο CERN κάποιοι επιστήμονες βρήκαν ένα μικρούτσικο ίχνος του μποζονίου του Higgs, το οποίο μερικοί αποκαλούν και σωματίδιο του «Θεού». Αφού χασκογέλασα λίγο με το σαχλό αυτό παρατσούκλι, διασκεδάζοντας με την έλλειψη μετριοπάθειάς μου (πράγμα που μου επιτρέπω να απολαμβάνω μόνο με τον εαυτό μου), σκέφτηκα αυτό το μικρό κακόμοιρο μποζόνιο που ξοπίσω του έχει ξεχυθεί ολόκληρη η επιστημονική και μη κοινότητα. Το λυπήθηκα λίγο για αρχή. Ύστερα το λυπήθηκα πολύ. Κατάφερε να κρατήσει τόσο χαμηλό προφίλ για τόσα δισεκατομμύρια χρόνια και τώρα το ’χουν στριμώξει μέσα στο τούνελ (τι σου έλεγα πριν για τα τούνελ;). Τσάμπα τόσες ιδιοφυείς μεταμφιέσεις, ψεύτικα γυαλιά, μουστάκια, περούκες, μέικ-απ και εφημερίδες με δυο κυκλάκια κομμένα στη μέση για να κρυφοκοιτάζει. Θέλω να πάω να το σώσω. (Ακόμα και το μποζόνιο. Το σύνδρομο του Ρομπέν των Δασών μου δεν έχει όριο μάλλον). Επειδή βέβαια μου πέφτει λίγο μακριά ο Μεγάλος Επιταχυντής Αδρονίων, σκέφτομαι πάντως ότι αν το μποζόνιο μου χτυπούσε την πόρτα σίγουρα θα το έμπαζα στο σπίτι μου και θα το έκρυβα. Ναι θα το έκανα αυτό, παρόλο που γνωρίζω πολύ καλά πόσο επικίνδυνο θα ήταν. Όχι επειδή θα με μπουζουριάζανε αν με ανακάλυπταν. Φαντάζομαι όμως τι θα γινόταν στο σαλόνι μου αν φερ’ ειπείν το μποζόνιο σκόνταφτε στο χαλάκι ή αν τσουρουφλιζόταν στο τζάκι ή αν συγχυζόταν επειδή πάτησα μια λάθος νότα στο πιάνο ή αν ήταν αλλεργικό στο γάτο μου. Ένα big bang τσέπης στο σαλόνι μου, ένα δεύτερο σύμπαν τσέπης, κι εγώ απλώς καθισμένη στον καναπέ να παρακολουθώ ένα ηλιακό σύστημα, έναν πλανήτη γη και μια ανθρωπότητα τσέπης. Έναν προσωπικό χρόνο τσέπης και μια Κυριακή τσέπης. Ένα εσύ τσέπης, ένα εγώ τσέπης και δυο μοναξιές τσέπης.

«Λιγότερο έως καθόλου νουάρ, περισσότερο μαγικός σουρεαλισμός μα προπάντων ένα κομψό βιβλιαράκι που απευθύνεται σε όλους τους εραστές της λογοτεχνίας, το έργο της Αντριάνας Μίνου ανακαλεί τις καλύτερες στιγμές του Ίταλο Καλβίνο, του Ζοζέ Σαραμάγκου, του Ρεϊμόντ Καινό και του Χούλιο Κορτάσαρ, προσφέροντας ένα ονειρικό ταξίδι στις λέξεις. Όπως υπόσχεται και το ίδιο το βιβλίο: Τα Παιδικά Νουάρ δεν μοιάζουν με τίποτε άλλο που έχετε διαβάσει». Δημήτρης Καραθάνος, Athens Voice

 *

 ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΓΙΑΝΝΗΣ

Η πόλη πέρα απ’ το ποτάμι

στη φωλιά του Ματζέστικ (απόσπασμα)

cover-%cf%80%cf%8c%ce%bb%ce%b72Αν πάρεις το δρομάκι που κατηφορίζει για παραλία, λίγο μετά την πλατεία όπως κατεβαίνεις δεξιά, μπορείς να πας κι από την άλλη μεριά βέβαια, από τα σκαλάκια αλλά είναι λίγο πιο δύσκολο να το βρεις, ιδίως αν είναι βράδυ και βρέχει, οπότε καλύτερα όπως βγαίνεις από το πάρκινγκ και κοιτάς προς τη θάλασσα να πάρεις το δρόμο που βλέπεις δεξιά σου, την κατηφόρα και όπως κατεβαίνεις, στο δεξί σου χέρι πάλι, μπορεί να δεις ένα υπόγειο μαγαζί που απέξω γράφει με κάτι ξεθωριασμένα, ξεβαμμένα κόκκινα γράμματα, ΜΑΤΖΕΣΤΙΚ. Δεν ξέρω γιατί αλλά οι περισσότεροι χάνουν το δρόμο και δεν το βρίσκουν, ενώ είναι εύκολο, σου εξήγησα ακριβώς πως θα πας. Δεν ξέρω, κάνε καμιά προσπάθεια ακόμη αλλά καλύτερα να είναι απομεσήμερο, ο ήλιος να καίει ακόμη φρόντισε όμως να είσαι και στα κέφια σου και προσπάθησε να μη σκέφτεσαι τίποτα όσο πλησιάζεις. Αυτά δεν είναι υποχρεωτικά, σου τα λέω μήπως και καταφέρεις να δεις την πινακίδα.

Επειδή πάντως μπορεί να έχεις κάποιο πρόβλημα και να προσπεράσεις, άσε με να σου πω δυο λόγια γι’ αυτό το μαγαζί. Δεν είναι όπως τα άλλα. Πρόκειται για μπιλιαρδάδικο, αλλά αυτό είναι το λιγότερο. Τώρα αν δεν έχεις ιδέα από μπιλιάρδο, αν σου φαίνεται όλο αυτό λίγο πασέ και παλιομοδίτικο και παρακμιακό, εντάξει. Πάντως δεν είναι το θέμα τα μπιλιάρδα, να το ξέρεις. Ας τα πάρουμε από την αρχή.

Λοιπόν, εκεί μέσα τα πράγματα είναι διαφορετικά, άλλος κόσμος, που λένε. Σε προειδοποιώ να μη σκέφτεσαι βλακείες, να μη σκέφτεσαι τίποτα ακόμη καλύτερα, να έχεις αδειάσει κάπως το μυαλό σου, να έχεις κάνει ένα ντιλίτ σε αυτά που σου παίρνουν το μυαλό κάθε μέρα. Φτάνεις λοιπόν απέξω. Το μαγαζί έχει μια τζαμένια πόρτα και πάνω γράφει με πιο μικρά αλλά και πιο εμφανίσιμα κόκκινα γράμματα ΜΑΤΖΕΣΤΙΚ αλλά δεν τη βλέπεις από το δρόμο. Σπρώχνεις την τζαμένια πόρτα και μπαίνεις μέσα. Ξαφνικά για κάποιο λόγο νιώθεις ότι αυτά που σκεφτόσουν πριν δεν έχουν νόημα πια. Για κάποιο λόγο νιώθεις κάπως άβολα και κάπως περίεργα ανάλογα με την περίπτωση αλλά πάντως με το που μπαίνεις άλλα κύματα περνάνε στο μυαλό σου κι άλλες κουβέντες θέλεις να πιάσεις. Είσαι όμως ακόμα επηρεασμένος από τον καινούργιο χώρο και δεν λες τίποτα. Κοιτάς ολόγυρα να προσανατολιστείς γιατί ξαφνικά από τον ήλιο του απομεσήμερου έχεις βρεθεί στο μισοσκόταδο, ανοίγεις τα μάτια και προσπαθείς να δεις τι παίζεται. Τώρα, ίσως έπρεπε να σου το πω από την αρχή, καλύτερα να μην πας μόνος σου εκεί μέσα. Καλύτερα να είσαι με κάποιον άλλο που έχει ξαναπάει. Όχι με μένα, εγώ δεν το κουνάω από δω, με κάποιον που ξέρει λίγο τα κατατόπια. Πρόσεξε, αυτό δεν σημαίνει ότι γίνονται μυστήρια πράγματα εκεί κάτω, παρανομίες, ναρκωτικά, ιστορίες τέτοιες. Καμία σχέση. Ούτε πάλι να πάει ο νους σου ότι συμβαίνουν πράγματα εξώκοσμα με στοιχειά και νεράιδες. Εντελώς καμία σχέση.

Μπαίνεις λοιπόν μέσα. Όπως κάθε τέτοιο μαγαζί έχει τους μόνιμους, ανθρώπους που δεν έχεις ιδέα τι κάνουνε στη ζωή τους όταν δεν είναι εκεί γιατί απλούστατα δεν τους πετυχαίνεις με τίποτε πουθενά αλλού. Μόνο εκεί.  Ποιος ξέρει πως τη βγάζουνε. Είναι κάτι φάτσες που δυο το πολύ τρεις φορές να πας δεν τους ξεχνάς ποτέ. Είναι το στυλ τους, αυτά τα περίεργα τζην και τα πουκάμισα που φοράνε, είναι τα μαλλιά τους, μακριά και απεριποίητα, είναι ο τρόπος τους γενικότερα, δεν ξέρω. Είναι πάντως λίγο περίεργοι. Ήσυχοι τύποι όμως. Φασαρίες και τέτοια δεν γίνονται στο μπιλιαρδάδικο. Είναι κομμένα με το μαχαίρι. Ο τύπος που το τρέχει, διότι ο ιδιοκτήτης είναι ένας εβδομηντάρης γέρος που τα έχει μισοχάσει, λένε, το νοίκι όμως το παίρνει κανονικά, ο τύπος λοιπόν που έχει το κουμάντο δεν αφήνει να περάσουν μαγκιές και τέτοια. Είναι κι ο ίδιος σωματαράς αλλά έχει κι έναν που βοηθάει, που τον λένε Ζαγκόρ και καλύτερα να μη σε πιάσει στα χέρια του. Θα σε κάνει τ’ αλατιού. Μέσα το μαγαζί έχει μια τεράστια ωραία αφίσα που πιάνει όλο τον τοίχο με καταρράχτες και φοίνικες. Πολύ ωραία. Από την άλλη έχει τους Λεντ Ζέπελιν και τους Ντιπ Περπλ από συναυλίες. Φοβερές αφίσες κι αυτές. Το μαγαζί έχει βέβαια και τζουκμπόξ για τη μουσική, δεν βρίσκεις όμως πολύ τα τελευταία. Του το λέμε καμιά φορά να φέρει καινούργια δισκάκια αλλά τίποτε αυτός.  Η αλήθεια είναι ότι έχει ένα κόλλημα με τη δεκαετία του εβδομήντα. Θέλει τέτοια ατμόσφαιρα στο μαγαζί του και έχει κάνει φοβερά πράγματα για να το κρατήσει έτσι. Από ξένα το τζουκ μποξ έχει πολλά δισκάκια Ντιπ Περπλ, Ζέπελιν και Κρίντενς αλλά και Ρόλινγκ Στόουνς και Μπητλς εννοείται, και Κινκς και Λόβιν Σπούνφουλ και πιο ελαφριά, Σάιμον εντ Γκαρφάνκελ, Κριστόφ, Άμπα και Μπάρι Γουάιτ. Τα ποδοσφαιράκια είναι μια χαρά και τα μπιλιάρδα θερμαινόμενα. Όχι όλα, τα δύο μεγάλα. Τα άλλα είναι λίγο της κακομοιριάς. Υπάρχει κι ένα φλιπεράκι, παλιό όμως. Εντάξει, έτσι κι αλλιώς το μπιλιάρδο δεν είναι μόδα, είναι ιστορία.

Δεν ξέρω γιατί μ’ αρέσει τόσο εκεί. Είναι ήσυχο στέκι, παρόλο που καμιά φορά παίζει πολύ δυνατά η μουσική. Καμιά φορά όμως βάζει και ραδιόφωνο και περνάει λίγη ώρα με ελαφρά μουσική και τραγούδια. Τηλεόραση δεν υπάρχει ουσιαστικά, μια ασπρόμαυρη Λέβε Όπτα που συνήθως δεν πιάνει τίποτα. Αλλά όταν πιάνει κάνουμε χάζι τη Λάσι και το Πέιτον Πλέις. Εννοείται ότι πιάνει και το Σταρ Τρεκ το απόγευμα. Πρέπει να βάζει το βίντεο μάλλον αλλά βίντεο λέει δεν υπάρχει.  Εντάξει, είναι λίγο κολλημένο το μαγαζί, τι να γίνει. Είναι ήσυχο όμως στέκι και έχει ατμόσφαιρα, από τα λίγα που έχουν μείνει. Αυτό μετράει. Δεν σου κάνει καρδιά να βγεις έξω. Φτιάχνει και ωραίο καφέ στο γκαζάκι, έχει και κάτι μπύρες Γκάμπλινγκερ, Στεγκμάγιερ  και Άιρον Σίτυ, την παλιά, πουλάει και τσιγάρα Λάκι Στράικ αν θες ή Λαρκ, το κόκκινο πακέτο το παλιό ή τα Κουλ με την πράσινη ετικέτα. Πού τους βρίσκει τους προμηθευτές ο τύπος είναι ένα μυστήριο. Τέλος πάντων.

Γίνονται ωραίες συζητήσεις εκεί μέσα. Κι επειδή όσο νάναι, οι τακτικοί ξέρουν ο ένας τον άλλον και υπάρχει μια άνεση, μ’ όποιον βρίσκεις εκεί μέσα μπορείς να πιάσεις κουβέντα. Και το καλύτερο είναι ότι αυτές οι κουβέντες ούτε αρχίζουν ούτε τελειώνουν ποτέ. Μπορεί δηλαδή, σου φέρνω ένα παράδειγμα, να πιάσεις συζήτηση με κάποιον αραχτό περιμένοντας τη σειρά σου και να αρχίσετε να λέτε για το φεγγάρι. Για τον άνθρωπο που πήγε στο φεγγάρι, αν πήγε και αν υπάρχουν αλλού άνθρωποι και τι είναι όλα αυτά τα αστέρια στον ουρανό τη νύχτα, τι ρόλο παίζουν αν δεν υπάρχουν άνθρωποι κι αν υπάρχουν πως είναι. Να είναι τέρατα, να έχουν πέντε αυτιά και τρία μάτια, να έχουν προβοσκίδα, να μην έχουν τίποτα και να μιλάνε με ραντάρ, να ζευγαρώνουνε με νοήματα ή διαπλανητικά κύματα ή να μην έχουν καθόλου επαφές και τέτοια και να κοιτάει ο καθένας τη δουλειά του. Και να έχουν δουλειά, και τι να λένε, και μήπως είναι πιο έξυπνοι από μας. Και μήπως είναι πιο ωραίοι, σαν άγγελοι και να πετάνε, και να κόβουν βόλτες ελεύθεροι στον αέρα σαν πουλιά ή πάλι να είναι όλοι σοφοί και να έχουν βρει τη λύση στα μεγάλα μυστήρια και γι’ αυτό να μη μας καταδέχονται εμάς τους σαπάκηδες. Κι έρχεται μετά η σειρά σου ας πούμε να παίξεις και κόβεται η κουβέντα. Και περνάει ο καιρός, περνάει ας πούμε ένας μήνας, στο λέω με τα δικά σου μέτρα για να το καταλάβεις, και πάλι βρίσκεσαι κάτω και είναι ο ίδιος τύπος αραχτός, αυτός δεν παίζει, μόνο βλέπει, πίνει μια μπύρα όλο το απόγευμα και βλέπει μόνο. Και συνεχίζεις. Και λες ας πούμε, μα γιατί δεν έρχονται; Τόσο πολύ δύσκολο είναι; Άμα είναι τόσο προχωρημένοι αυτοί μπορούν να πετάγονται εδώ για πλάκα. Άλλα μπορεί να έρχονται και να μην το καταλαβαίνουμε εμείς. Να είναι εδώ γύρω και να μας κάνουν πλάκα. Και πώς να είναι όμως. Και συνεχίζει έτσι το πράγμα. Και αν θες και το πιο ωραίο. Μπορεί να μην είναι καν ο ίδιος αραχτός. Μπορεί να είναι άλλος που συνεχίζεις την κουβέντα. Δεν το τραβάω άλλο γιατί μπορεί να τρομάξεις ή να με πάρεις για περίεργο. Σου λέω μόνο πως αν πας εκεί να ξεχάσεις την επικοινωνία με τα απέξω. Το τηλέφωνο δεν δουλεύει κι αν θες να ξέρεις δεν πιάνει κινητό εκεί κάτω. Μπορεί να είναι το υπόγειο, μπορεί να είναι και κάποιο ωραίο κολπάκι του αφεντικού για να μη σε βρίσκει η γυναίκα σου, λέμε τώρα, γιατί οι περισσότεροι εκεί μέσα είναι ελεύθεροι και ωραίοι. Δεν έχει μόνο άντρες βέβαια, μη φανταστείς, έχει και γυναίκες, αλλιώτικες γυναίκες, πολύ ξηγημένες, είχα κι εγώ μια ιστορία, θα σου πω παρακάτω. Πάντως ο χρόνος εκεί περνάει περίεργα. Δηλαδή έχεις μια αίσθηση πως δεν περνάει καθόλου. Να μην σου πω περισσότερα αν πας θα το καταλάβεις μόνος σου τι θέλω να πω. Η ουσία είναι ότι περνάς καλά.

Μια εποχή λοιπόν πήγαινα με ένα φιλαράκι και παίζαμε εκεί, μετά χαθήκαμε, μπορεί να φταίει η ιστορία με τη Μαίρη, η αλήθεια είναι ότι ξέφυγα κι εγώ λίγο, τέλος πάντων, κάποτε κατεβαίναμε μαζί μ’ ένα φιλαράκι και αυτός την έβρισκε πολύ εκεί μέσα. Γινόταν άλλος άνθρωπος. Ενώ έξω ήταν οικογενειάρχης, σοβαρός, δουλευταράς και λοιπά, μέσα γινότανε τελείως ρεμάλι. Ξέχναγε να γυρίσει σπίτι και αυτό ήταν το λιγότερο. Την έπεφτε στις γυναίκες, τους υποσχόταν πράγματα, κάνανε σχέδια μαζί, τέτοια. Και η πλάκα ήταν πως φερόταν εντελώς σαν να ήταν ρεμάλι, ξέμπαρκος, παιδί ακόμα, παρόλο που τα είχε τα χρονάκια του. Μέσα όμως άλλαζε εντελώς. Έξω δεν του έπαιρνες κουβέντα, μέσα ήταν όλο αστεία και πλάκες και κεράσματα. Έξω δεν έπινε ούτε καφέ, μέσα έπινε ότι υπήρχε και δεν υπήρχε. Για αθώα πράγματα μιλάω τώρα, όχι χημικά και τέτοια, μόνο ότι βγάζει η φύση. Από αυτόν ξεκίνησε και η ιστορία με τη Μαίρη. Αυτός μου την έδειξε πρώτη φορά. Καθόταν μόνη της σε μια γωνιά και παρόλο που κοιτούσε προς τα μπιλιάρδα φαινόταν λίγο αλλού, κάπου με τον εαυτό της ταξίδευε. Είχε ίσια κατάμαυρα μακριά μαλλιά χωρισμένα στη μέση, ανοιχτά μάτια κάτι ανάμεσα σε γαλάζιο και πράσινο, διάφανο λευκό δέρμα που έκανε το κάπως μακρουλό πρόσωπο της να λάμπει στο καταγώγι, γιατί, να λέμε την αλήθεια, καταγώγι ήταν, με ένα πολύ γλυκό, ερωτιάρικο είπε ο άλλος, στόμα και τα δοντάκια της ήταν κάπως περίεργα, λίγο αταίριαστα αλλά με παιχνιδιάρικο τρόπο. Είχε παράξενο βλέμμα αλλά όταν χαμογελούσε γινόταν το πιο αθώο πλάσμα που έχεις δει ποτέ στον κόσμο.

«Ο Γρηγόρης Παπαδογιάννης με έναν λόγο άμεσο, ζωντανό, του οποίου η καταγωγή είναι η αμεσότητα του προφορικού λόγου, συνθέτει ένα σύγχρονο παλίμψηστο, σύντομων ιστοριών φαντασίας, με πρόσωπα, όντα, ήχους, οσμές, χρώματα, που αποδεικνύουν την ωραιότητα της φανταστικής λογοτεχνίας, όταν ο λειτουργός της γνωρίζει πώς να αξιοποιήσει τους κώδικές της». Μάκης Πανώριος, Bookpress

 *

ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΜΟΥΖΟΥΡΑΚΗ

Τον καιρό της Νοτιάς

 

Νόσος με δακτυλικό αποτύπωμα (απόσπασμα)

%cf%84%ce%bf%ce%bd-%ce%ba%ce%b1%ce%b9%cf%81%ce%bf-%cf%84%ce%b7%cf%83-%ce%bd%ce%bf%cf%84%ce%b9%ce%b1%cf%83Αρχές του θέρους, με άνοιξη έμοιαζε ο καιρός, φύτεψε κι άλλα λουλούδια, όλων των λογιών και πήρε πινέλα και μπογιές  για να του ζωγραφίσει την αγάπη. Πήρε του ήλιου χρώματα χρυσά και βιολετιά και των αστεριών μαλαματένια, μα πάλι δεν κατόρθωσε να του στείλει την αγάπη. Τα χέρια της κουράστηκαν να πασχίζουν, τα πόδια της πόνεσαν τρέχοντας να προλάβει τον ήλιο και σαν τον πρόλαβε μια φορά, τάραξε το κορμί της όπως το ηλεκτρικό ρεύμα…

– Να ξαναπάς στο νοσοκομείο της είπε η Χριστίνα.

– Δεν το μπορώ, οι άνθρωποι εκεί μοιάζουνε θλιμμένοι και συγχρόνως ικανοποιημένοι, με μπερδεύουν.

– Είσαι με τα καλά σου Αγγέλα; Πώς μπορεί να νοιώθουν ικανοποίηση; Από τι;

– Οι ασθενείς γιατί επιτέλους κάποιος τους νοιάζεται και τους φροντίζει, γίνονται το επίκεντρο του ενδιαφέροντος. Έπειτα μπορούν να κλάψουν δικαιολογημένα, όσο χρειάζεται η ψυχή τους για ν’ αλαφρύνει από τα βάρη της και να γλιστρήσει ξαλαφρωμένη στο πονεμένο σώμα.

Οι συγγενείς επιτέλους έχουν το πάνω χέρι, αποχτούν δύναμη χωσμένη ίσαμε  τότε στα τρίσβαθα της ύπαρξης τους, κι οι γιατροί μετατρέπονται σε μικρούς ή μεγαλύτερους θεούς για να διαγνώσουν τις  μυστήριες ασθένειες και να δώσουν  οδηγίες για την αντιμετώπιση τους. Ασθενείς και συγγενείς κρέμονται από τα χείλη τους. Μου δίνουνε στα νεύρα όταν τους ακούω να ανακοινώνουν με ύφος όλο κατανόηση κάποια σοβαρή νόσο, επιβεβαιώνοντας συχνά τις αρχικές τους υποψίες, κι ύστερα αρχίζουνε το κήρυγμα.

Δεν ξέρω ρε Χριστίνα, αλλά μου μοιάζουν σαν να λένε «Α!!! την πετύχαμε, τώρα θα δεις τι θα της κάνουμε». Και να χαπάκια πράσινα, κιτρινωπά, λευκά χιονάτα, κοκκινωπές  ενέσεις- αυτές τσούζουν πολύ- ορούς φυσιολογικούς ή μη, όλοι μοιάζουν ίδιοι. Έπειτα απ’ όλα αυτά οι ασθενείς γίνονται περισσότερο ασθενείς, οι γιατροί περισσότερο γιατροί και βουλιάζουνε στη ρουτίνα τους ως την εμφάνιση νέων συμπτωμάτων. Έχει  κανείς την αίσθηση ότι μετά τη διάγνωση, παύει να έχει ενδιαφέρον, σαν τις παλιές γκόμενες ένα πράμα, και βουλιάζει,  βουλιάζει με ρυθμό, ανάλογο μ’ εκείνον που έχουν τα κουρασμένα πόδια των νοσοκόμων όταν σέρνονται στους μακρείς διαδρόμους των κλινικών

– Όσα και να πεις, το ξέρεις ότι δεν έχεις άλλη επιλογή, είπε η Χριστίνα κι έκλεισε απότομα το ντοσιέ με τις σημειώσεις που βαστούσε ανοιχτό πάνω στο τραπέζι και το ξεφύλλιζε όση ώρα συζητούσαν.

Η ώρα είχε πάει εννέα παρά τέταρτο, κοίταξε το ρολόι της βιαστικά, τον ουρανό δυτικά από το ανοιχτό παράθυρο, του κρέμονταν ένα μαβί γυροπόδι, άνοιξε την πόρτα κι έφυγε σταματώντας ένα κλάσμα δευτερολέπτου για να δει την Αγγέλα να κοιτά και κείνη το παράθυρο αποξεχασμένη.

Η Χριστίνα κοντοστάθηκε πάλι μπροστά στην είσοδο της πολυκατοικίας, κινούνταν ανάμεσα στις λέξεις μισοτελειωμένης πρότασης, μη γνωρίζοντας τη θέση της, περιμένοντας την Αγγέλα να συμπληρώσει την πρόταση και να βάλει τελεία. Εκείνη τραμπάλιζε το νου της, πέρα δώθε, πάνω κάτω, δεξιά ζερβά, κόκκινο μπλε, μαβί, δεν είχε επιλογές έπρεπε να πάει στο νοσοκομείο, τελεία.

Πήγε τούτη τη φορά για να βρούνε λέει τι συμβαίνει κάθε φορά που πλησιάζει για ν’ αγκαλιάσει τον ήλιο.

– Μεγάλος ο ήλιος για να χωρέσει στην αγκαλιά σου κοριτσάκι μου, είπε η μελαχρινή γιατρός, ας είσαι ευχαριστημένη και με μια του ηλιαχτίδα.

– Όχι, δεν μπορώ ν’ αρκεστώ στο λίγο από τώρα, είναι νωρίς ακόμα για τα λίγα.

– Μα θα καείς σαν ζυγώσεις σιμά, τα νιάτα δεν αρκούν για να τον υποτάξουν, αγίνωτα είναι ακόμα και κείνος ζωοδότης βέβαια αλλά και θανατερός άμα δεν ξέρεις να τον κουλαντρίσεις.

– Σαν γινώσω γιατρέ δίχως να μ’ έχει τσουρουφλίσει ο ήλιος, δεν έχω ζωή.

Αυτή τη φορά δεν άργησαν να βγάλουν τη διάγνωση, της είπανε πως έχει τη «νόσο με το δακτυλικό αποτύπωμα», τέτοια που δε μοιάζει με κανενός άλλου, δηλαδή κατάδική της. Έχει κι άλλα ονόματα αυτή η αρρώστια, μα τούτο της άρεσε παραπανίσια.

Οι γιατροί σιγομουρμούριζαν στη γωνιά, τρομάζουν περισσότερο από εκείνη, φοβούνται μην καταλάβει τι λένε και δεν ξέρουν πως διαβάζει τα χείλη τους, ούτε πως γνώριζε πριν απ’ αυτούς και τη διάλεξε να της σταθεί όπως η καλή φιλενάδα. Επέλεξε τον πόνο του κορμιού, πιο βολικός από της ψυχής τ’ αγκωνάρια να την κομματιάζουν ύπουλα κι αθόρυβα.

Μετρά τις μέρες, μία, δύο, τρεις, έφτασαν τα γενέθλιά της και τότε της έκαναν δώρο το χαρτί με τη διάγνωση και το εξιτήριο.

Συμπύκνωσαν πάνω στο λευκό χαρτί, τις μέρες του πόνου, της αγρύπνιας, του έρωτα, της αναμονής του φωτός. Έπειτα σημάδεψαν τους δρόμους της με την υπογραφή τους,  προαναγγέλλοντας ένα αβέβαιο μέλλον. Έπρεπε εκείνη ν’ ανακαλύψει τις αρμονίες του κόσμου ξανά και να εφεύρει ένα νέο Θεό για να την ελευθερώσει από τα δεσμά της.

Καλή αρχή καρδιά μου, τούτη δεν θα μ’ αφήσει ποτέ, λέει μέσα της και πήρε να διαβαίνει τους γνώριμους δρόμους, εκείνους μόνο ήξερε.

Χρόνια επιδεινούμενη, γράφει η εγκυκλοπαίδεια της Δημοτικής Βιβλιοθήκης, χρόνια φιλενάδα είπε η Αγγέλα και την καλοδέχτηκε. Αργότερα  τηλεφώνησε στη Χριστίνα να πάνε για καφέ.

– Σήμερα έχω ραντεβού με τον Απόστολο, η ζωή συνεχίζεται φιλενάδα κι είναι όμορφη όπως τα μάτια του, την ξάφνιασε με το ναζιάρικο ύφος της η Χριστίνα κι έκλεισε βιαστικά το ακουστικό.

Ήπιε μόνη της μισό μπουκάλι ρετσίνα καπνίζοντας  πέντε τσιγάρα, πρωτόγνωρη εμπειρία το τσιγάρο, το άρχισε σήμερα.

Πέταξε ύστερα το γλαστράκι με την πρασινάδα στο παράθυρο της κουζίνας, δεν βγάζει λουλούδια σκέφτηκε και το πέταξε. Μάζευε κατόπιν το χώμα από το πάτωμα κι έτρεχαν τα μάτια της ποτάμι, δεν αντέχει τις βίαιες πράξεις. Έχασε μια γωνίτσα από την ψυχή της; Φοβάται, είναι το βάρος πολύ για να το κουβαλάει και δε χωρεί με την αγάπη.

Διάβασε πολλά γι’ αυτήν, μερόνυχτα έψαχνε για να την καταλάβει, να της περάσει χειροπέδες ήθελε, να την κάμει του χεριού της. Να τη δαμάσει ήθελε, μα έπρεπε πρώτα να τη γνωρίσει καλά, να τη μυρίσει, να μπει στο πετσί της πριν την προφτάσει εκείνη.

Ωστόσο άλλαξαν οι μέρες, γίνανε πιο λαμπερές, η πνοή του ανέμου  μυρίζει θυμάρι και τριμμένη ρίγανη, η ψυχή αποζητά της ανατολής το πρωινό αστέρι, το στρογγυλό κοχλάδι στην αμμουδερή παραλία, του δειλινού το κόκκινο χρώμα. Το μυαλό της γεμίζει από εικόνες, ανθρώπους κι ιστορίες ατέλειωτες, ανθρώπους γελαστούς, συγκινημένους, χαλαρούς, αγχωμένους, αναψοκοκκινισμένους από τη ζέστη.

Οι στιγμές ξεδιπλώνονται πλάι στ’ αγιόκλημα, στ’ ασβεστωμένα πεζούλια και τις γλάστρες με τα γεράνια, πάνω στο τραπέζι μια φέτα ψωμί βουτηγμένη στο λάδι, ένας καφές και μια φέτα καρπούζι στο πιάτο του καλοκαιριού.

Παρ’ όλα αυτά η κούραση της σάρκας υπερτερεί του νου κι η ψυχή ταξιδεύει μαζί με τις μοσχοβολιές από τα σκορπισμένα άνθη του γιασεμιού για να του στείλει πάλι χρώματα κι αρώματα με χίλια σ’ αγαπώ.

Την ώρα που ’κανε να βασιλέψει ο ήλιος, λίγο πριν χαθεί η τελευταία του σταγόνα, ψέλλιζε το «σ’ αγαπώ» για να το πάρει μαζί του σε κείνους τους τόπους που δεν ήταν αυτή. Ουρανοδρόμος είπε πως είναι, κάπου θα τον ανταμώσει, δεν μπορεί.

Μέσα της μοναδικές εικόνες, φωτογραφίες των ματιών αποθηκευμένες κατευθείαν στην ψυχή της και παραμέσα της ψυχής της, το πατρικό της με τις παλιές κορνίζες στον ξεφτισμένο τοίχο, η κασέλα με τα κεντίδια και τις δαντέλες.

Ας πάνε όλα στο καλό, τούτο το καλοκαίρι θα παραμείνει στο φοιτητικό της σπίτι για να λιμνάσει μεταξύ κουζίνας, τηλεόρασης και υπολογιστή. Να παίρνει μυρωδιά από καλώδια και κλεισούρα στο ντουμανιασμένο δωμάτιο από τα τσιγάρα. Δανείστηκε από τη δημοτική βιβλιοθήκη την «Πανούκλα» του Καμύ . Βουλιάζει μέσα στη θλίψη και νοιώθει να της κάνει καλό. Κλαίει συνεχώς και δεν ντρέπεται, το κλάμα μοιάζει να ’ναι οργασμός της ψυχής, ξέσπασμα ηχηρό και γόνιμο. Του γράφει στιχάκια που μένουν ατέλειωτα.

Θλιβερές οι μέρες / τραβιούνται ως ν’ αποδημήσουν / βαριές κι άχαρες /στις κορυφογραμμές…

Τα λόγια σώθηκαν, μοιάζουν λιγοστά κι ασήμαντα μπροστά στη θλίψη της ζωής της. Δεν θα καταφέρει να δει  ξανά τους κάμπους με τα σταχωμένα καλαμπόκια ούτε εκείνος θα προφτάσει ν’ αντικρίσει  την άβυσσο της ψυχής της. Άγνωστο το μονοπάτι, αδιάβατο για τους πολλούς που δε θα καταλάβουν μιαν αγάπη μεγαλύτερη από το μπόι τ’ ανθρώπου, μιαν αγάπη που ’μεινε στο χάρτη των μη λησμονημένων.
 

*

ΓΙΩΤΑ ΑΛΕΞΗ

Βγες απ’ το κάδρο (απόσπασμα από το ομώνυμο διήγημα)

%ce%b2%ce%b3%ce%b5%cf%82-%ce%b1%cf%80-%cf%84%ce%bf-%ce%ba%ce%ac%ce%b4%cf%81%ce%bf Δυο χρόνια πριν  Είσαι μια 20χρονη φοιτήτρια και ζεις στην Αθήνα με την οικογένειά σου. Παράλληλα ψάχνεις να βρεις δουλειά σε κάποια καφετέρια. Τυχαίνει να ανοίξει ένα καινούριο εμπορικό κέντρο και στέλνεις κατευθείαν βιογραφικό. Η τηλεφωνική πρόσληψη, σου προκάλεσε μια άναρθρη κραυγή ευτυχίας. Είχες μετρήσει ήδη δεκατρείς συνεντεύξεις. Οι φίλοι σου έλεγαν να τις εκατοστίσεις κι εννοούσαν κάθε συλλαβή γιατί με την έλλειψη  προϋπηρεσίας σου, το να βρεις δουλειά ήταν σα να σκάει μετεωρίτης σε κάποια γειτονιά της Ρωσίας.   Την πρώτη μέρα έσπασες ένα μπουκάλι μπύρας και σήκωνες το δίσκο στο ύψος του αφαλού σου με τα δυο χέρια. Τη δεύτερη μέρα δήλωσες στον ιδιοκτήτη ότι παραιτείσαι όταν δέκα άτομα στέκονταν όρθια με ένα καφέ στο χέρι. Αναρωτιόσουν αν πίστευαν ότι βρίσκονται σε κάποιο μπαρ της Μυκόνου, αλλά δεν είχες πολύ χρόνο να σκεφτείς γιατί κάποιοι καθιστοί πελάτες έφευγαν κι εσύ έπρεπε να καθαρίσεις το τραπέζι για τους πρώην Μυκονιάτες  και να σερβίρεις τους επόμενους νησιώτες. Πέρασαν δέκα ώρες και μέσα στο πανικό της δουλειάς ξέχασες τη δήλωσή σου…

Με τον Βίκτωρα γνωρίστηκες σε ένα πάρτυ που έκανε η καφετέρια που εργαζόσουν. Ήταν ο κολλητός του μπουφετζή. Όταν είχε έρθει για πρώτη φορά φορούσε ένα σκούρο μπλε τζιν ελαφρά σκισμένο στα γόνατα, ένα λευκό τιραντάκι και παντόφλες. Στο δεξί καρπό είχε τατουάζ με τα χόμπυ του, γεγονός που επισκίασε την εμφάνιση του κι αποτέλεσε αφορμή για τη γνωριμία σας.    Ένα μεθυσμένο βράδυ κάνατε σεξ στο αυτοκίνητο του. Την επόμενη μέρα ήθελες να μάθεις πώς να κρατάς το δίσκο με το ένα χέρι και οι συνεργάτες σου προθυμοποιήθηκαν να σε βοηθήσουν. Ο μπουφετζής μιλούσε στο τηλέφωνο και είχε το χαμόγελο του έμπειρου ενόσω σε κοιτούσε. Μετά από ένα λεπτό σε ρώτησε με ποιο τρόπο εμφανίστηκε η κόκκινη γραμμή στον καρπό σου. Πίνοντας μια γουλιά από το φρέντο σου, ανασήκωσες τους ώμους κι οι μεθυσμένες έριδες πρόδιδαν την έλλειψη του ύπνου σου. Ακολούθησαν δυο μήνες αϋπνίας. Τα πρωινά άνοιγες την καγκελόπορτα του σπιτιού του και τόνιζες ένα ροζ περίγραμμα στα χείλη ενώ μάρσαρες το αυτοκίνητό σου. Οι πελάτες του μαγαζιού ήταν πλέον καθιστοί στα τραπέζια τους κι ο πόνος στη πλάτη σου, σταδιακά υποχωρούσε. Τα βράδια έμενες με μερικούς  συναδέλφους για ένα ποτό -συμπεριλαμβανομένου και του μπουφετζή. Ο καθένας σχολίαζε με γνώμονα τις προηγούμενες δουλειές του τις καθυστερήσεις των προιόντων. Εσύ ως φερέφωνο αυτοσχεδίαζες μια εξήγηση. Τυπικά, βγάζατε ένα τοπ-10 με φράσεις αγενέστατων πελατών και μετά τσουγκρίζατε στην υγειά της κλίκας των εργαζομένων.  Ένα δροσερό βράδυ παίζατε το παιχνίδι «Δεν». Όποιος δεν έχει κάνει τη φράση που λέγεται πίνει από ένα σφηνάκι. Κοιμήθηκες στις τέσσερις περι-βεβλημένη από τη μυρωδιά του καπνού. Στις οχτώ συνεννοήθηκες με τους προμηθευτές για την ανανέωση της κάβας. Με επίμοχθη προσπάθεια συγκέντρωσης ολοκλήρωσες το οχτάωρο σου…  Στην πρώτη σου άδεια, πήγες με τον Βίκτωρα ένα διήμερο στην Ύδρα. Ενώ εκείνος μετακινούσε το τιμόνι του σκάφους του εσύ άπλωνες αντηλιακό με υψηλό δείκτη για να αποκτήσεις ένα σταδιακό μαύρισμα.  Ο Βίκτωρας σου πρότεινε να βουτήξετε σε ένα σημείο που έμοιαζε με τη μέση του πουθενά. Το απέφευγες, αλλά όταν φάνηκε να ενοχλείται, έκανες το θεαματικό σου μακροβούτι. Μετά από ένα υποβρύχιο ερωτικό παιχνίδι ανέβηκε στο σκάφος του και σάλπαρε μοναχικά. Φαντασιώθηκες ότι είσαι πρωταγωνίστρια σε ταινία με θέμα το τρίγωνο των Βερμούδων και στιγμιαία μπέρδεψες τα φύκια με τον σκελετό του Μέγα Αλέξανδρου και της αδερφής του, της γοργόνας. Ήθελες να βουτήξεις για να δεις το βυθό, αλλά το απέφευγες. Επικαλέστηκες την εμφάνιση κάποιου καλού Σαμαρείτη, ακόμη και το ερημωμένο πλοίο-φάντασμα για το οποίο είχες διαβάσει ένα άρθρο στο διαδίκτυο, αλλά έμοιαζε περισσότερο με οφθαλμαπάτη διαβάτη στην έρημο. Κολυμπούσες για άγνωστο χρόνο κι αφού αποδέχτηκες ότι τη σύντομη ζωή σου θα αποχαιρετίσεις ή από αφυδάτωση ή από πνιγμό ξάπλωσες στο νερουλό στρώμα ακούγοντας τον ήχο του βυθού.  Το μπλε Laser ξεπρόβαλε από μακριά και ο Βίκτωρας φορούσε ένα καπέλο, που οι άκρες του είχαν ξεθωριάσει από την αλμύρα της θάλασσας. Με την έπαρση καπετάνιου χωρίς μουστάκι  άπλωσε το χέρι του για να σε ανεβάσει στο σκάφος του. Θα προτιμούσες να είσαι επιβάτης σ’ εκείνο το πλοίο που έγραφε το άρθρο και να ακούς τις κινήσεις ανύπαρκτων πλασμάτων. Μόλις αντιλήφθηκε το παραλήρημα της ηλίασης που σε έπιασε, υπερτόνισε αμετανόητος ότι το έκανε για να ξεπεράσεις το φόβο του βυθού. Θυμήθηκες το παιχνίδι «δεν» και συμπέρανες ότι με την ενέργεια αυτή σου αποδείκνυε αδιάσειστα ότι σε αγαπάει. Μετά τη στιγμιαία αναλαμπή και την επακόλουθη συγχώρεση σαλπάρατε από κοινού. Μόλις γυρίσατε από το ταξίδι, οι εμπειρίες σας προκάλεσαν το αβίαστο γέλιο των συναδέλφων σου. Συγχαρητήρια! Έγινες το ανέκδοτο της εβδομάδας. Χρειάστηκες πολλούς κόκκους εσπρέσσο για να καταπιείς το μηνυματικό χωρισμό σας. Ο ήχος στο κινητό ακούστηκε το μεθεπόμενο πρωινό του Αθηναϊκού εδάφους. Σου φαινόταν αδιανόητο, αν και υποσυνείδητα το επιζητούσες. Μιμήθηκες τις  φίλες σου σε αντίστοιχες προσωπικές τους καταστάσεις. Τις ενημέρωσες άμεσα και σε επισκέφθηκαν για να συμπαρασταθούν στο προσωπικό σου βατερλώ. Τις επόμενες μέρες ξεκίνησες γιόγκα για να συμμαχήσεις με τα αντικαταθλιπτικά. Τις περισσότερες ώρες αγκάλιαζες το laptop στο μπαλκόνι και παρακολουθούσες το προφίλ του στο facebook. Τις υπόλοιπες τον σκεφτόσουν. Τον ξεπέρασες μετά από επίπονη διαδικασία ύστερα από μερικούς μήνες. Είχε περάσει πια στο παρελθόν σου, μέχρι που ξεκίνησε να σε διεκδικεί με μια παράξενη ορμή που δε σου είχε φανεί καθόλου ανησυχητική. Είχες πεισθεί ότι ήταν λόγω της αδιάφορης στάσης σου  κι επέμενες παρ’ όλες τις ενστάσεις του. Τα ερωτηματικά είναι άφτεροι εχθροί σου από τη κούνια…

Ένα χρόνο πριν

Το καλοκαίρι γνωρίζεις τη Σάρον ενώ έχεις σχέση με τον Βίκτωρα. Έβλεπες στοιχεία της που σου άρεσαν και ήθελες να τα προσθέσεις στη προσωπικότητά σου. Ο Βίκτωρας πήγε στη Μύκονο με τους φίλους του κι εσύ έμεινες πίσω για να δουλέψεις… Έβαλε βενζίνη στο σκάφος του, μερικές μπύρες στο ψυγείο και σάλπαρε στο νησί  που η αδρεναλίνη χτυπάει limit up. Με ένα φλοράλ μαγιό κι ένα ζευγάρι vintage γυαλιά η Σάρον ήρθε στη Γλυφάδα για να μαυρίσετε.

Είχες μείνει νηστική για μερικές μέρες, θυσία που πίστευες ότι έπρεπε να κάνεις γιατί εκείνη ήταν πιο αδύνατη από εσένα. Μετρούσες τους κύβους του σώματος της καθώς οι αλμυρές σταγόνες έπεφταν από τα σπαστά μαλλιά της. Οι διάχυτες ανταύγειες στα καστανά μαλλιά της συναγωνίζονταν το φως του ήλιου που ήταν τρομερά παραπλανητικό. Σου άπλωνε το αντηλιακό με κινήσεις τρομερά απαλές λες και χόρευε σε λικνιστικό χορό κι εσύ περιεργαζόσουν τους περαστικούς μήπως αναγνωρίσεις κάποιο οικείο πρόσωπο.

Ο Βίκτωρας άνοιγε σαμπάνιες σε κάποιο άσπρο μαξιλάρι μεταξύ άμμου και θάλασσας. Σου έστελνε βίντεο με κόκκινα μάγουλα και μερικές γυναίκες που χόρευαν δίπλα στους φίλους του. Αναρωτιόσουν τι προσπαθούσε να πετύχει με αυτήν την τακτική, αν ήταν τακτική. Σου τηλεφωνούσε μια φορά τη μέρα φτάσαμε, φάγαμε, είμαι λίγο ζαλισμένος, φιλιά. Κι εσύ άκουγες σήμερα πήγα με δυο, μην ανησυχείς φόρεσα προφυλακτικό, εξακολουθώ να θέλω να είμαι μαζί σου και σου αρκούσε αφού κι εσύ διασκέδαζες ασύστολα. Ήταν μια ενέργεια εξαιρετικά αναγκαία για να μείνει αδιατάρακτη η σχέση σου με τον Βίκτωρα.

Μετά τη μέρα της Γλυφάδας βγαίνατε πιο εντατικά. Εκείνη σου άφηνε το περιθώριο να επικοινωνείς όποτε είχες ελεύθερο χρόνο με τη διακριτική παρουσία του εγώ της. Συζητούσατε για ασφαλείς γενικότητες για τη ζωή, τους άντρες και τη θέση της γυναίκας στην κοινωνία. Πηγαίνατε για φαγητό σε καινούρια μέρη, μαυρίζατε και πίνατε βουλιμικά κοκτέιλ με κόκκινα, πορτοκαλί και πράσινα ομπρελάκια. Ήταν ευχάριστη παρέα όταν δεν έτρεμε σαν το ψάρι και την έπιαναν οι τσιριχτές θυμικές της κρίσεις.

Στο πατρικό της είχε ένα γάτο, που τον έλεγε άντρα της ζωής της και τον φώναζε Άκη. Στην αρχή πήγες να τον κάνεις φίλο, αλλά εκείνος έδειξε τον πιο ύπουλο εαυτό του και αδιαφόρησε. Τελικά, σου άρεσε που οι γάτες αδιαφορούν γιατί έτσι μπορούσες να αδιαφορήσεις κι εσύ γι’ αυτές κι η ευθύνη να είναι λιγότερη. Κι αφού αυτός, ο Άκης δηλαδή, δεν σου έδινε καθόλου σημασία, είχες περισσότερο χρόνο να παίζεις διάφορα παιχνίδια με τη Σάρον και τα πράσινα μάτια της.

 *

ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΓΙΑΝΝΗΣ

Σνιφ (απόσπασμα)

 

%cf%83%ce%bd%ce%b9%cf%86-%ce%bc%ce%b9%ce%ba%cf%81%cf%8c%cf%84%ce%b5%cf%81%ce%bfΜετά ήτανε βράδυ και το αυτοκίνητο περιμένει το μπαμπά να φύγουνε και η μαμά του λέει περίμενε, περίμενε. Ο μπαμπάς λέει, τι να περιμένω, είσαι τρελή, έχει έρθει το τζιπ. Η Μπέλα βάζει το ράδιο που έχει μουσική και τραγούδια ας ερχόσουν για λίγο μοναχά γιάνα βράδυ και το κλείνει και κοιτάει από το χολ, αλλά ο μπαμπάς της λέει πήγαινε μέσα, τι το κάναμε εδωπέρα, ρεζίλι θα με κάνετε. Ο κύριος Πασουμάκης έρχεται από την πόρτα και λέει έτοιμος, έτοιμος, πάμε γιατί όσο αργούμε τόσο χειρότερα και μετά χαιρετάει τη μαμά. Εμένα και τη Μπέλα δεν μας χαιρετάει. Η μαμά δεν θέλει να φύγει ο μπαμπάς γιατί είναι νύχτα και βρέχει και μπορεί να χαλάσει το αυτοκίνητο και μετά να τους πιάσουνε και να τους δείρουνε γιατί έχουνε πάρει κάτι ξύλα και φωνάζουνε, αλλά ο μπαμπάς της είπε ότι θα πάνε μια βόλτα και θα γυρίσουνε. Το τζιπ κάνει φασαρία απέξω και ο μπαμπάς πάει να φύγει η μαμά του φτιάχνει τη γραβάτα, και της βάζει τις φωνές και λέει στο χορό νομίζεις ότι πάω και μετά έρχεται κι άλλο τζιπ με το κύριο σπανομαρία και κορνάρει και φεύγουνε. Ο μικρός θέλει να βάλει τα κλάμματα. Πάνε να βρούνε τους εργάτες που κάνουνε φασαρία. Αυτοί ευκαιρία ζητάνε λέει ο μπαμπάς δεν έπρεπε να τον φάνε γιατί ευκαιρία ζητάνε και να τώρα. Δείρτονε κάντον τουλούμι, αλλά αυτοί τον φάγανε. Ο μικρός φοβάται άμα ακούει το μπαμπά να φεύγει και δε θέλει να κοιμηθεί. Αυτοί οι εργάτες είναι πολλοί και φωνάζουνε γιαυτό πάει και ο κύριος Πασουμάκης με τη στολή και άμα τον δούνε θα ησυχάσουνε γιατί θα τους μαζέψει όλους ο κύριος σπανομαρίας με τους χωροφύλακες. Η μαμά κάνει το σταυρό της και η Μπέλα βάζει το ράδιο που λέει θα περάσει λίγη ώρα με ξένη ελαφρά μουσική.

 Άμα μεγαλώσω μπορεί να έχω ένα πύραυλο και να πηγαίνω όπου θέλω. Εμένα μπορεί να με έχουν φέρει εδωπέρα παλιά όταν ήμουνα πολύ μικρός και να μου είπανε κάτσε εδώ και θα έρθουμε να σε πάρουμε. Όταν μεγαλώσεις θα γυρίσουμε και θα σε πάρουμε. Η Μπέλα μου είπε ότι ρώτησε τη νονά όταν πήγαν στην Κρήτη στην αυλή της αν υπάρχουν εξωγήινοι και η νονά της είπε ότι υπάρχουν και θα έρθουν μια μέρα. Αυτοί ήταν που με φέρανε στη μαμά και είναι πολύ πλούσιοι αλλά ζούνε πολύ μακριά και δεν μπορούν να ‘ρχονται συνέχεια αλλά μια μέρα θα έρθουν με ένα πύραυλο να με πάρουν. Εγώ τώρα άμα έρθουν θα τους πω να πάρουμε και τη μαμά γιατί είναι η μαμά μου και δεν θέλω να πάω πουθενά χωρίς τη μαμά. Η μαμά θα θέλει και το μικρό γιατί μπορεί να κλαίει και θα τον πάρουμε κι αυτόν. Τη Μπέλα θα την αφήσουμε γιατί θα βρει έναν άντρα να παντρευτεί αλλιώς θα μείνει στο ράφι. Εγώ άμα έρθει ο πύραυλος θα μπορώ να πάρω όποιον θέλω, αλλά όχι πολλούς γιατί δεν χωράει. θα πάρω τη νονά μου να μας φυλάει και να μας κάνει καλά όταν αρρωσταίνουμε. θα πάρω το θείο Μανώλη για να μην τον ξαναβάλουνε μέσα. Θα πάρω το γιωργάκη γιατί μόνο αυτός είναι φίλος μου. Θα πάρω την αμαλία αλλά δε θα την αφήσει ο κύριος Κονταξής. Θα πάρω τη θεία Ασπασία, αυτή θα έρθει και θα τραγουδάει όταν θα πετάμε με τον πύραυλο. θα πάρω το θείο που δεν έχει δουλειά για να μη γίνει αλήτης. Μπορεί άμα έρθει να έρθει μαζί κι η γιαγιά, αλλά επειδή θα πάμε μακριά και δεν θα μπορεί να βλέπει τους άλλους θείους δεν ξέρω αν θάρθει. Αν θάρθει θα πάρουμε μαζί και τη θεία αγγελική να κοιτάζει τα παιδάκια που θα είναι εκεί. Δεν θα πάρω άλλους γιατί δεν χωράει. θα με παρακαλάνε τα άλλα παιδιά να τους πάρω αλλά εγώ θα τους πω ότι δε γίνεται. Μπορεί άμα θέλει η μαμά να πάρω την κυρία Λουίζα γιατί είπε στη μαμά ότι το σιχαίνεται τον κύριο σπανομαρία. Θα πω στη Μπέλα να μου δώσει το πικάπ και ο μπαμπάς θα της πάρει άλλο. Ο μπαμπάς θα του πούμε να έρθει αλλά επειδή είναι η θέση του δεν μπορεί να έρθει και θα φωνάζει. Γιαυτό πρέπει να φύγουμε γρήγορα με τον πύραυλο γιατί θα στείλει το χωροφύλακα να μας βάλει όλους μέσα. Θα φύγουμε όταν είναι στο γραφείο και μετά θα τον πάρουμε τηλέφωνο και θα του πει η μαμά άμα θέλει να έρχεται να μας βλέπει αλλά να μη φωνάζει. Ο μπαμπάς θα θυμώσει και θα φωνάξει το χωροφύλακα και θα έρθει ο σπανομαρίας με το τζιπ να μας πιάσει αλλά εμείς θα προλάβουμε και θα φύγουμε.

                                                                                   εε        

 

 *

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΦΑΜΕΛΛΟΣ

Μια πτώση πριν το τέλος (διηγήματα)

 Το τέρας στην πόλη

 %ce%bc%ce%b9%ce%b1-%cf%80%cf%84%cf%8e%cf%83%ce%b7-%cf%80%cf%81%ce%b9%ce%bdΕκείνη τη Δευτέρα το πρωί, κανείς δεν βγήκε από το σπίτι του. Κανείς δεν πήγε στη δουλειά του, κανένα όχημα δεν κινήθηκε. Όλοι ήταν ξύπνιοι, κοιτούσαν πίσω από τις κουρτίνες των παραθύρων τους τον ουρανό και περίμεναν. Γιατί εκείνη τη μέρα, το τέρας θα ερχόταν στην πόλη.

Όλοι ήταν προετοιμασμένοι. Οι Αρχές είχαν ειδοποιήσει με κάθε τρόπο όλους τους κατοίκους, ώστε κανείς να μη βρεθεί εκτεθειμένος σε ανοιχτό χώρο κατά την έλευση. Ακόμα και οι άστεγοι είχαν στεγαστεί προσωρινά.

Κανείς όμως δεν ήξερε το λόγο της άφιξης του τέρατος. Μόνο εικασίες μπορούσαν να γίνουν. Και το μόνο που οι κάτοικοι μπορούσαν να ελπίζουν ήταν να μην παραμείνει στην πόλη για πολύ.

Κανένας δεν κοιμόταν. Ακόμα κι αυτοί που δεν εργάζονταν τις πρωινές ώρες και δεν είχαν κανένα λόγο να σηκωθούν από νωρίς, ακόμα κι αυτοί που εργάζονταν νυχτερινή βάρδια και δεν είχαν προλάβει να ξεκουραστούν, ακόμα και τα μικρά παιδιά που δεν πήγαιναν ακόμα σχολείο, ακόμα και τα νεογέννητα. Και κανείς δεν μιλούσε, δεν έκανε φασαρία, σχεδόν δεν κινιόταν. Όλοι περίμεναν κρατώντας τις ανάσες τους.

Κανείς δεν είδε τίποτα συγκεκριμένο που να φανερώνει ότι το τέρας ήρθε στην πόλη. Απ’ όπου κι αν κοιτούσαν, από παράθυρα ή μπαλκονόπορτες ψηλών ή χαμηλών διαμερισμάτων πολυκατοικιών ή μονοκατοικιών, του κέντρου ή των προαστίων, κανένας δεν μπορούσε να πει πως είδε ή άκουσε το τέρας.

Όμως κανείς επίσης δεν υπήρξε που να μην ένιωσε κάτι διαφορετικό, κάτι ανεπαίσθητο, μια αλλαγή να τρυπώνει και να σέρνεται ύπουλα στους δρόμους, στον αέρα, να περνάει μέσα απ’ τους τοίχους και να κάθεται στους ώμους των ανθρώπων και στο δέρμα τους και να τους κάνει ν’ ανατριχιάζουν και τις τρίχες τους να ορθώνονται. Στην αρχή δεν μπορούσαν να προσδιορίσουν τη φύση και τις προθέσεις αυτής της αναταραχής. Αν ήταν ανατριχίλα ηδονής ή φόβου αυτό που τους αναστάτωνε όλο και περισσότερο καθώς περνούσε η ώρα.

Το τέρας δεν το είχε δει ούτε το είχε ακούσει κανείς αλλά γύρω στο μεσημέρι κανείς δεν αμφέβαλλε πως το τέρας ήταν εκεί, στην πόλη τους, την είχε σκεπάσει ολόκληρη μαζί με τους κατοίκους της και πως ζητούσε κάτι από όλους τους. Καταλάβαιναν πως κανείς δεν μπορούσε να βγει και να κυκλοφορήσει στους δρόμους αν δεν είχε προσαρμοστεί σ’ αυτό που το τέρας ήθελε.

Τι ήταν όμως αυτό που έπρεπε να κάνουν για να συμμορφωθούν με τη θέληση του τέρατος; Όλοι προσπαθούσαν να μαντέψουν, να φανταστούν, να εικάσουν. Να βρουν υποδείξεις, σημάδια, να πιαστούν από κάπου.

Κάποιοι άρχισαν να βλέπουν κάτι ή τους φάνηκε πως έβλεπαν. Κάτι σαν φτερά μαύρα, κόκκινο πρόσωπο, πρησμένα μέλη και στόμα παραμορφωμένο σ’ ένα σατανικό χαμόγελο. Άλλοι είδαν φωτιά και ατσάλι και αίμα. Αλλά όλα αυτά πέρναγαν κι έφευγαν αμέσως σαν οπτασίες κι ονειρικά οράματα και κανείς δεν ήταν σίγουρος αν είδε κάτι τελικά και τι ήταν ή τι σήμαινε αυτό.

Μέχρι που υπήρξαν κάποιοι που ήταν σίγουροι για το τι είδαν και προσπάθησαν να το μεταφέρουν και στους άλλους. Ήταν τα παιδιά, εκείνα που δεν είχαν πάει ακόμα σε σχολείο, ούτε σε παιδικό σταθμό, αλλά ήταν αρκετά μεγάλα για να μιλήσουν και να επικοινωνήσουν. Αυτά λοιπόν, απ’ άκρου σ’ άκρο της πόλης άρχισαν όλα μαζί, σαν συντονισμένα, να φωνάζουν και να κλαίνε και να λένε στους γονείς τους ή σε όποιον άλλον ήταν κοντά τους, πως έβλεπαν ένα πρόσωπο, όλα το ίδιο, γεμάτο κακία, με κόκκινα μάτια και μακριά διχαλωτή γλώσσα και μυτερά αυτιά, κέρατα στο κεφάλι και λέπια στο χοντρό και παραμορφωμένο σώμα του. Και αυτό το τέρας το έβλεπαν έξω από το παράθυρό τους, όπου κι αν έμενε το καθένα απ’ αυτά τα παιδιά, είτε σε ισόγειο, είτε στο δέκατο όροφο μιας πολυκατοικίας. Αλλά όταν οι συνοδοί τους κοιτούσαν οι ίδιοι έξω από το παράθυρο δεν έβλεπαν τίποτα.

Σε λίγο τα παιδιά αυτά τα κατέλαβε πραγματική υστερία και δεν ήθελαν ούτε να τα πλησιάζουν οι δικοί τους γιατί έλεγαν πως αυτό το τερατώδες πρόσωπο που είχαν δει έξω από το παράθυρό τους, τώρα το έβλεπαν στο κεφάλι των γονιών τους, των παππούδων τους και όποιου άλλου μεγάλου ήταν κοντά τους.

Οι μεγάλοι, αρκετά εκνευρισμένοι από αυτές τις εξελίξεις, προσπάθησαν να καθησυχάσουν τα παιδιά αλλά σταμάτησαν τις προσπάθειες όταν κοιτάχτηκαν στους καθρέφτες τους και είδαν πως τα παιδιά τους είχαν δίκιο.

Τα πρόσωπά τους είχαν αλλάξει και τώρα ήταν πρησμένα, τερατώδη και παραμορφωμένα με βλέμματα γεμάτα κακία.

Και τότε επιτέλους ένιωσαν πως το τέρας τους επέτρεπε να βγουν και να κυκλοφορήσουν ξανά στους δρόμους, πως συμμορφώθηκαν με τις επιταγές του. Δειλά δειλά στην αρχή, έπειτα πιο θαρρετά, βγήκαν απ’ τα σπίτια τους και άρχισαν να ασχολούνται με τις δουλειές της ημέρας που είχαν μείνει πίσω. Είδαν τους γείτονες, τους φίλους, τους συναδέλφους τους, με την ίδια με κείνους τερατώδη παραμόρφωση στα πρόσωπά τους και ένιωσαν την ίδια κακία να φωλιάζει σ’ αυτούς όπως και στους ίδιους. Και ένιωσαν ήρεμοι και σίγουροι για τους εαυτούς τους γιατί κανείς δεν θα μπορούσε να τους κατηγορήσει για αποκλίνουσα συμπεριφορά.

Τα παιδιά που ακόμα έκλαιγαν και σπάραζαν από τον τρόμο βλέποντας τα πρόσωπα που τα περιέβαλλαν, τα παρέδωσαν σε σχολεία και νηπιαγωγεία και σε έμπειρους παιδαγωγούς προικισμένους κι εκείνους με τα ίδια τερατώδη χαρακτηριστικά για να τα εξοικειώσουν με τις νέες μορφές που έπρεπε να αντικρίζουν από δω κι εμπρός και, αν ήταν δυνατό, να δώσουν και σ’ εκείνα την ίδια τερατώδη όψη.

Από τότε οι κάτοικοι της πόλης δεν ένιωσαν ποτέ ξανά την απειλή ή την παρουσία του τέρατος ούτε ποτέ ξανακούστηκε πως το τέρας θα ερχόταν στην πόλη τους. Δεν υπήρχε πια λόγος άλλωστε.

 *

ΝΑΝΣΥ ΑΓΓΕΛΗ

Μια μέρα απόλυτης ησυχίας

Συλλογή μικρών διηγημάτων

Εξώφυλλο: Marcelle Milo-Gray

 

Μια ζωή

%ce%bc%ce%b9%ce%b1-%ce%bc%ce%ad%cf%81%ce%b1-%ce%b1%cf%80%cf%8c%ce%bb%cf%85%cf%84%ce%b7%cf%82-%ce%b7%cf%83%cf%85%cf%87%ce%af%ce%b1%cf%82Δεν υπάρχει μεγαλύτερη δίψα από την δίψα ενός μικροαστού. Είτε γεννιέται έντιμος, είτε ελαφρώς ύπουλος, είτε τελείως ανήθικος, η δίψα για τη μεγάλη ζωή δεν τον εγκαταλείπει ποτέ. Κι όποιος απ’ αυτούς λέει ότι δεν τον ενδιαφέρει, ότι δεν τον ενδιέφερε ποτέ το χρήμα είναι, εκτός από αποτυχημένος, και ψεύτης.

Γιατί όλοι αυτοί, όλοι εμείς οι άνδρες και γυναίκες της κατηγορίας αυτής, έχουμε μεγαλώσει θεωρώντας ευγενές ιδανικό την «αποκατάσταση». Την επίτευξη μιας ευημερίας που περπατάει σε ξύλινα παρκέ και μπαινοβγαίνει σε εστιατόρια με ευθυτενείς σερβιτόρους. Σ’ αυτό το σημείο δε,  γεφυρώνονται ολόκληρα χάσματα γενεών ενώ συμφωνούν κατηγορηματικά οι εκπρόσωποι τόσο του ασθενούς, όσο και του υγιούς φύλου. Τόσο διαχρονική και ισχυρή είναι η ιδέα αυτής της «αποκατάστασης». Μην πιστεύετε τίποτα άλλο απ’ όλα όσα λέγονται γύρω από το θέμα, πρόκειται χωρίς αμφιβολία για φτηνές υπεκφυγές. Τι σημαίνει «αποκατάσταση»; Η ίδια η λέξη το λέει. Σημαίνει την αποκατάσταση (δηλαδή αντικατάσταση) του ανθρώπου από ένα σπίτι, ένα αυτοκίνητο, μερικά κινητά και ακίνητα. Για την τέλεια ολοκλήρωση του παραπάνω σκοπού απαραίτητος είναι ωστόσο ένας σύζυγος ( ή μια σύζυγος, ανάλογα την περίπτωση) και μερικά παιδιά. Ωραία. Όλα αυτά δεν τίθονταν υπό αμφισβήτηση, για την ακρίβεια ούτε καν σταμάτησε ποτέ να τα σκεφτεί ο Άγγελος Αντωνίου. Του αρκούσε να ζει σύμφωνα με τις υποδείξεις που είχε δεχτεί και άφηνε τις θεωρίες και τις βαθυστόχαστες σκέψεις για τους γραφικούς της ζωής που πάνε δήθεν κόντρα στο ρεύμα ( ο ίδιος δεν είχε ποτέ τίποτα εναντίον αυτού του ρεύματος) ή στην καλύτερη περίπτωση για συγγραφείς ή φιλοσόφους, τους οποίους άλλωστε ποτέ δεν διάβαζε γιατί πέρα από όρεξη δεν είχε και χρόνο να έχει όρεξη. Ήταν μόλις 25 χρονών όταν πρωτοέπιασε δουλειά στην ασφαλιστική εταιρεία Alianza την καλύτερη, την πιο φημισμένη και πρωτοκλασάτη από τις ασφαλιστικές, όπως συχνά έλεγε ο ίδιος στις οικογενειακές συναντήσεις υπερασπιζόμενος με σθένος το λουσάτο χέρι -φυσικά δεν είχε ποτέ την τιμή να το σφίξει ο ίδιος προσωπικά για να του δείξει την ευγνωμοσύνη του- που κρύβονταν πίσω από την επιτυχία του κολοσσού ο οποίος τον επέλεξε ανάμεσα σε δεκάδες ενδιαφερόμενους και που μετά από δεκάδες συνεντεύξεις και σεμινάρια προετοιμασίας του έδωσε την δουλειά που ονειρευόταν. Ή, μάλλον, για να είμαστε ακριβείς, την δουλειά η οποία θα του επέτρεπε να ονειρευτεί και να πραγματοποιήσει τα όνειρα του, μια δουλειά τίμια και αξιόλογη, μια δουλειά για οικογενειάρχες και σοβαρούς ανθρώπους, διάολε. Μια δουλειά με την οποία θα μπορούσε να «πάει μπροστά».

Ο Άγγελος Αντωνίου μεγάλωσε από ταπεινούς γονείς, μέσα στους κόλπους μιας ταπεινής οικογένειας. Τις Κυριακές πήγαινε στην εκκλησία, φορούσε καθαρό πουκάμισο και άφηνε την μητέρα του να του κάνει την χωρίστρα στο πλάι, αφού πρώτα φρόντιζε να του ποτίζει κάθε τρίχα με κολώνια. Αυτά μέχρι τα δεκαέξι του χρόνια. Μέχρι τα εικοσιπέντε του άκουγε ακατάπαυστα τις νουθεσίες των ακούραστων γονιών του. «Να είσαι τίμιος και εργατικός», «Να μην γίνεις κάνας τεμπέλης», «Να προκόψεις, να πας μπροστά», «Να, να, να….», όλα με τις καλύτερες των προθέσεων. Κι επειδή ο Άγγελος ήταν έξυπνο παιδί, κατάλαβε νωρίς ότι για το είδος της προόδου στο οποίο απέβλεπε δεν του ήταν απαραίτητες οι σπουδές, μα ένα κάποιο ύφος, ένα στυλ και κυρίως χρήμα. Οι γονείς του βλέπετε («απλοί άνθρωποι»)  δεν του εξήγησαν και πολλά για τη ζωή. Δεν ήταν απαραίτητο, άλλωστε κι αυτωνών οι γονείς το ίδιο δεν έκαναν; Αρκούσε να μη γίνει το παιδί εγκληματίας. Και να βρει καμιά δουλειά. Έτσι ο ενθουσιώδης νέος παράτησε γρήγορα τη Νομική Σχολή για κάτι που θα του απέφερε πολύ πιο σύντομα καρπούς: μια κανονική δουλειά σε μια μεγάλη εταιρεία. Όταν υπέπεσε στην αντίληψη του το γεγονός ότι η Alianza ζητούσε υπαλλήλους δεν το σκέφτηκε δεύτερη φορά. Από κει και πέρα τα υπόλοιπα είναι λίγο πολύ γνωστά.

Εφτά χρόνια μετά ο Άγγελος Αντωνίου είχε αυξήσει κατά πολύ τα υπάρχοντα του: είχε μια γυναίκα, μια κόρη, μια υποθήκη, ένα σπίτι κι ένα πόστο ως υπεύθυνος τμήματος στην εταιρεία στην οποία είχε ξεκινήσει να εργάζεται όταν ήταν ακόμα τελείως άπειρος. Κατά την άποψη του δεν τα είχε πάει κι άσχημα. Κατά την άποψη μας, δεν μπορούσε να τα έχει πάει χειρότερα. Με τα χρόνια είχε επίσης αποκτήσει αυτό που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ελαφριά γεύση φαλάκρας και αρκετούς παραπάνω πόντους σε φάρδος (εστιασμένους στην περιοχή της περιφέρειας) και πλάτος (εστιασμένους στην περιοχή της κοιλιακής χώρας). Αυτά δεν τον πείραζαν όμως, δεν είμαστε καν σίγουροι αν τα έβλεπε όταν κοιτούσε τον εαυτό του στον καθρέφτη, κουμπώνοντας το μαύρο ριγωτό κομψό σακάκι του πριν πάρει τον χαρτοφύλακα του (όταν ρωτούσε την γυναίκα του «μήπως είδες που έβαλα τον χαρτοφύλακα μου;» η λέξη «χαρτοφύλακας» τον έκανε να ριγεί από συγκίνηση. Πόσο είχε ονειρευτεί την σοβαρότητα που προσδίδει ένας απλός μαύρος χαρτοφύλακας!) για να πάει στη δουλειά. Είχε επινοήσει για τον εαυτό του τον τέλειο executive και ήταν ικανοποιημένος.

Βέβαια, είναι γεγονός ότι μετά τα πρώτα χρόνια ολοκληρωτικής αφοσίωσης στη δουλειά του και στον σκοπό της ζωής του «να πάει μπροστά», ο ενθουσιασμός του είχε αρχίσει κάπως να κοπάζει. Στο τέλος της ημέρας, μετά από ένα κουραστικό δεκάωρο γεμάτο από αποδείξεις και υποδείξεις, δεν έβλεπε την ώρα να πάει στο σπίτι του. Έβγαζε με επιδέξιες μανούβρες το γυαλιστερό Audi (το έπλενε με επιμέλεια κάθε βδομάδα) από το γκαράζ της εταιρείας και συγκρατούνταν για να μην περάσει με κόκκινο τα φανάρια που τον χώριζαν απ’ το σπίτι. Κι όταν πια έφτανε καταβεβλημένος από την τόσο γεμάτη (ή τόσο άδεια) μέρα και κάθονταν στην πολυθρόνα άφηνε το βλέμμα του να περιπλανηθεί σ’ αυτά που τον περιστοίχιζαν. Και κατά κάποιο τρόπο τον παρηγορούσε να βλέπει τις γυαλιστερές επιφάνειες της μοντέρνας επίπλωσης, τις άψογα συνδυασμένες κουρτίνες, την 385 ιντσών επίπεδη τηλεόραση, την σατέν γαλάζια ρόμπα της γυναίκας του, τις τέλειες μπούκλες της μονάκριβης κόρης του, τα βάζα με τα πλαστικά λουλούδια, τη θήκη με τα πούρα, τα κολονάτα ποτήρια της βιτρίνας…

Δεν μπορούσε να προσδιορίσει πότε ακριβώς οι κρίσεις δύσπνοιας έγιναν πιο συχνές και έντονες. Κατά τα φαινόμενα όλα πήγαιναν όπως πάντα, πίσω από τα φαινόμενα όμως… Το υποσυνείδητο δεν το είχε σκεφτεί ως τότε ποτέ, το συνειδητό και το χειροπιαστό τον ενδιέφεραν ανέκαθεν. Κι όμως εκεί που καθόταν και δεν υπήρχε τίποτα που να ταράζει τον καλοκουρδισμένο μηχανισμό της ζωής του, κάτι γίνονταν και ξαφνικά τα πνευμόνια του έφραζαν. Δεν έμπαινε αέρας, δεν υπήρχε αρκετός αέρας γι’ αυτόν όσο κι αν ξέσφιγγε την μεταξωτή γραβάτα του. Αυτό διαρκούσε μια στιγμή, λίγα δευτερόλεπτα και μπορούσε να συμβεί οπουδήποτε και όσο εκείνος έκανε οτιδήποτε. Δεν ήταν ότι τον έπιανε μόνο εν μέσω κάποιου επαγγελματικού συμβουλίου υψίστης σημασίας, όπως την δεύτερη ή τρίτη φορά που του συνέβη, είναι ότι τον έπιανε και σε καταστάσεις όπου ο ίδιος ήταν περισσότερο ανυποψίαστος από το συνηθισμένο. Όπως την φορά που είχε την κόρη του στα γόνατα του και της μάθαινε να μετράει. Μέχρι το τρία ανέπνεε κανονικά, μα ούτε κι αυτός ξέρει τι συνέβη μέχρι να φτάσει τελικά στο πέντε. Ο κόσμος γύρω του χάνονταν και τον κατέκλυζε ένας τρομερός φόβος. Δεν υπήρχαν τότε ούτε βάζα, ούτε κουρτίνες, ούτε κολονάτα ποτήρια, ούτε μπούκλες. Μόνο το τίποτα. Και τότε όλα αυτά που είχε χτίσει, όλη αυτή η ζωή που είχε πρώτα επινοήσει, έπειτα χαράξει στο νου του με κάθε λεπτομέρεια και τέλος καταφέρει να κάνει να μοιάζει με πραγματικότητα, έμοιαζε να μην έχει καμιά αξία. Τόσες προφυλάξεις, τόσες ασφάλειες ζωής και έφτανε μια στιγμή, ένα κλάσμα του δευτερολέπτου για να νιώσει τελείως απροστάτευτος. Τί είδους φθορά να ισχυριστεί και ποιός θα τον αποζημίωνε;

Σταδιακά τα πλούσια χαλιά μετατρέπονταν σε βάλτους που βούλιαζαν, τα κομψά έπιπλα σε ερείπια που δεν τον αφήναν να περπατήσει ελεύθερος, η γαλάζια μεταξωτή ρόμπα σε θηλιά που του έσφιγγε το λαιμό, τα κολονάτα ποτήρια σε καθρέφτη που αντανακλούσε τον κόσμο του ανάποδα. Έναν κόσμο που η λάμψη του σε τύφλωνε και σε έκαιγε, έναν κόσμο, ναι, ανάποδο, που περπατούσε με τα χέρια και χαιρετούσε με τα πόδια, που το σωστό είχε μετατραπεί σε λάθος και η ζωή σε ψέμα. Τότε ήταν που ο Άγγελος Αντωνίου αποφάσισε να πάρει δραστικά μέτρα. Σε τελική ανάλυση αν είχε καταφέρει να επινοήσει ένα ψέμα τόσο αληθοφανές όσο ήταν η ζωή του, ήταν ακόμα ικανός να πείσει στον ρόλο του πρωταγωνιστή. Και να συνεχίσει να προσποιείται, να ξεχάσει αυτό που είδε μέσα στο ποτήρι. Να ξεχάσει… να πάρει πάλι τον χαρτοφύλακα του και να πάει στο γραφείο. Άλλωστε, όπως λέει και ο ίδιος, είχε τόσο μοχθήσει για όλα αυτά ώστε να τα απαρνηθεί. Κι έπειτα, τί θα ήταν ο ίδιος χωρίς όλα αυτά;

 

 **

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

 

Ανώνυμου Έλληνα : ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΟΜΑΡΧΙΑ

Εἶναι ἀδύνατον, λοιπόν, ἕνας λαὸς νὰ ἀγαπήσῃ ποτὲ τὸν τύραννόν του, ἀλλ᾿ ὁ τύραννος, ἀδελφοί μου, ἐξ ἀνάγκης πρέπει νὰ μισῇ τοὺς δούλους του, ἐπειδὴ γνωρίζει ἀρκετῶς, ὅτι οἱ δοῦλοι δὲν ἠμποροῦν νὰ ἀγαπήσουν τὸν κλέπτην, τὸν φανερὸν ἅρπαγα τῆς ἐλευθερίας των. Ἀλλὰ διατί, καὶ πῶς ἕνας μόνον ἄνθρωπος, πολλάκις ἀμαθέστατος καὶ ἀναξιώτατος, πάντοτε δὲ θηριώδης, ἄσπλαγχνος, καὶ σκληρός, καθὼς εἶναι ὁ τύραννος, νὰ βαστᾷ ὑπὸ τῆς θελήσεώς του, τόσας χιλιάδας ἀνθρώπων, χωρὶς ἄλλην δύναμιν, οὔτε ἄρματα ἄλλα, εἰμὴ μόνον ἐκεῖνα τῆς τυραννίας, καὶ τόσον πλῆθος ὑπηκόων, ὁποὺ τὸν μισεῖ, ἐπιθυμεῖ τὸν θάνατόν του, καὶ εἶναι τέλος πάντων ἐχθρός του, νὰ ὑπόκειται, νὰ ὑπακούῃ, καὶ ἀναισθήτως νὰ ἀγωνίζεται, διὰ νὰ αὐξήσῃ τὴν σκλαβιάν του, χωρὶς νὰ τολμῇ κανείς, νὰ φονεύσῃ ἓν τέρας, ἕνα μωρόν, ἄνανδρον καὶ οὐτιδανώτατον ἄνθρωπον, καθώς, ἐξ ἀνάγκης, πρέπει νὰ εἶναι ὁ τύραννος; Διατί, τέλος πάντων, δὲν σείουν τὸν βαρύτατον ζυγὸν τῆς δουλείας των;

Ἔ, Ἕλληνες! ἡ ἰδία βαρύτης εἶναι τὸ αἴτιον τῆς ἀδυναμίας των, καὶ ἀλλοίμονον εἰς ἐκεῖνον τὸν λαόν, ὁποὺ ἤθελεν εὑρεθῆ ὑπὸ τοιαύτης τυραννίας. Αὐτὸς κεχαυνώνεται τόσον, ὁποὺ χάνει τὴν δύναμιν τοῦ στοχασμοῦ. Ὅθεν, καὶ δυσκόλως ἐλευθερώνεται, ἐπειδὴ δὲν γνωρίζει τὴν δυστυχίαν του, καὶ μόνον ὁ καιρὸς ἠμπορεῖ νὰ τοὺς ἑτοιμάσῃ τὴν ἐλευθερίαν τους.

 *

  ΧΕΝΡΙ  ΝΤ. ΘΟΡΟΟΥ

Η ΑΝΥΠΑΚΟΗ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ

Από τον Χένρι Ντέιβιντ Θόροου  μέχρι τον Άαρον Σβαρτς

 

%ce%b1%ce%bd%cf%85%cf%80%ce%b1%ce%ba%ce%bf%ce%b7-%cf%84%ce%bf%cf%85-%cf%80%ce%bf%ce%bb%ce%b9%cf%84%ce%b7Με όλη μου την καρδιά αποδέχομαι τη φράση: «Καλύτερη κυβέρνηση είναι εκείνη που κυβερνάει λιγότερο» και θα ήθελα πολύ να το δω αυτό να εφαρμόζεται στην πράξη όσο γίνεται πιο γρήγορα και συστηματικά. Αν αυτή η ρήση εφαρμοστεί στην πράξη, τότε θα οδηγήσει νομοτελειακά σε εκείνο που επίσης πιστεύω: «Η καλύτερη κυβέρνηση από όλες είναι αυτή που δεν κυβερνάει καθόλου». Κι όταν οι άνθρωποι θα είναι θα είναι έτοιμοι, αυτή θα είναι η κυβέρνηση που θα αξίζει να έχουν.

Μια κυβέρνηση, στην καλύτερη περίπτωση, εξυπηρετεί το κοινό όφελος, αλλά οι περισσότερες κυβερνήσεις, για να μην πω όλες οι κυβερνήσεις -τουλάχιστον κάποιες φορές, είναι επιζήμιες. Οι αντιρρήσεις που έχουν εκφραστεί για την ανάγκη της ύπαρξης ενός μόνιμου στρατεύματος σε ένα κράτος, που είναι πολλές και σημαντικές, ισχύουν και για μια μόνιμη κυβέρνηση.  Ο μόνιμος στρατός είναι απλά ένα όργανο της μόνιμης κυβέρνησης. Μια κυβέρνηση δεν είναι παρά ένα μέσο που επέλεξαν οι άνθρωποι για να υλοποιούν τη θέλησή τους και υπόκειται με τον ίδιο τρόπο στην κατάχρηση και την διαστροφή της θέλησης αυτής προτού καν οι άνθρωποι προλάβουν να την εκφράσουν.

  *

 ΗΤΑΝ ΚΑΠΟΤΕ ΜΙΑ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Κείμενα για έναν καλύτερο κόσμο

 

ΓΡΑΚΧΟΣ ΜΠΑΜΠΕΦ

Μανιφέστο των Ίσων (1796)

%ce%ae%cf%84%ce%b1%ce%bd-%ce%ba%ce%ac%cf%80%ce%bf%cf%84%ce%b5-%ce%bc%ce%b9%ce%b1-%ce%b5%cf%80%ce%b1%ce%bd%ce%ac%cf%83%cf%84%ce%b1%cf%83%ce%b7Άνθρωποι της Γαλλίας!

Για δεκαπέντε αιώνες ζήσατε σαν σκλάβοι και, γι’ αυτό ζήσατε δυστυχισμένοι. Τα τελευταία έξι χρόνια μόλις και μετά βίας αναπνέετε, περιμένοντας για την ανεξαρτησία, την ελευθερία και την ισότητα.

ΙΣΟΤΗΤΑ! Η πρώτη επιθυμία που γεννιέται στη φύση, η πρώτη ανάγκη του ανθρώπου, ο πρώτος κόμπος που πρέπει να λύσει!

Ανθρωποι της Γαλλίας! Δεν ήσασταν πιο ευλογημένοι από τις άλλες χώρες που υποφέρουν σε αυτό το δύστυχο κόσμο! Παντού και πάντα η ταλαίπωρη ανθρώπινη φυλή, παραδοθηκε σε περισσότερο ή λιγότερο επιτήδειους κανίβαλους, έγινε το αντικείμενο για όλες τους τις φιλοδοξίες, τροφή για όλες τις τυραννίες. Παντού και σ’ όλους τους καιρούς, οι άνθρωποι νανουρίστηκαν με όμορφα λόγια. Αλλά σε καμία στιγμή και σε καμία χώρα δεν κατακτήθηκε ποτέ πραγματικά αυτή η λέξη. Αυτά τα λόγια που οι υποκριτές από αμνημονεύτων χρόνων λένε και ξαναλένε: Όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι.

Κι από αμνημονεύτων χρόνων η πιο ταπεινωτική και τερατώδης ανισότητα τσακίζει την ανθρώπινη φυλή. Από τότε που έχουν υπάρξει ανθρώπινες κοινωνίες το πιο όμορφο από τα δικαιώματα της ανθρωπότητας αναγνωρίζεται χωρίς καμιά αντίρρηση, αλλά να γίνει πράξη μια μοναχά φορά έγινε κατορθωτό: η ισότητα δεν ήταν τίποτα άλλο από ένα όμορφο και αποστειρωμένο νομικό κατασκεύασμα. Και τώρα που το ζητάμε με ακόμη δυνατότερη φωνή, μας απαντάνε: Βουλώστε το επιτέλους φουκαράδες! Η πραγματική ισότητα δεν είναι παρά μια χίμαιρα. Να είστε ικανοποιημένοι με αυτή την ισότητα την ψεύτικη, την κατασκευασμένη. Είστε όλοι ίσοι ενώπιον του νόμου. Τι άλλο θέλεις πια, βρώμικο σκυλολόι;

Νομοθέτες, εσείς που κρατάτε την εξουσία, πλούσιοι γαιοκτήμονες, τώρα είναι η σειρά σας να μας ακούσετε.

Δεν είμαστε όλοι ίσοι; Η αρχή αυτή παραμένει αδιαμφισβήτητη, γιατί αν δεν σας έχει καταλάβει εντελώς η παραφροσύνη, δεν μπορείτε να πείτε ότι είναι νύχτα όταν είναι μέρα.

Εντάξει λοιπόν! Διεκδικούμε το δικαίωμα να ζήσουμε και να πεθάνουμε ίσοι, έτσι γεννηθήκαμε: Ίσοι. Θέλουμε αυτή την αληθινή ισότητα ή το θάνατο. Αυτό είναι που θέλουμε.

Και θα έχουμε αυτή την πραγματική ισότητα, με κάθε τίμημα.

Δυστυχισμένοι θα είναι εκείνοι που σταθούν εμπόδιο ανάμεσα σε αυτήν και εμάς! Δυστυχισμένοι θα είναι εκείνοι που θα αντισταθούν στην επιθυμία μας που τόσο ξεκάθαρα εκφράζουμε.

Η Γαλλική Επανάσταση δεν ήταν παρά ένας πρόδρομος μιας άλλης επανάστασης, που θα είναι μεγαλύτερη, ακόμη πιο μεγάλη, και θα είναι η τελευταία.

**

ΞΕΝΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

 

ΖΝΤΡΑΦΚΑ ΕΦΤΙΜΟΒΑ

Ατέλειωτος Ιούλιος  & άλλες ιστορίες

 Το παλιό σπίτι  (απόσπασμα)

%ce%b1%cf%84%ce%ad%ce%bb%ce%b5%ce%b9%cf%89%cf%84%ce%bf%cf%82-%ce%bd%ce%ad%ce%bfΟ  παππούς της Ένα, ο Γκόραν έχτισε το σπίτι πριν από εξήντα χρόνια.  Ήταν ένας πολύ πετυχημένος έμπορος που έκανε δουλειές με το στάρι, τα φάρμακα, το μπαμπάκι και το μαλλί, όλα αυτά τα έκανε εξαγωγή στη Ρουμανία. Είχε φτιάξει σωρούς από λεφτά προτού ακόμη ξεσπάσει η επιδημία της χολέρας. Εκείνα τα τρικυμισμένα χρόνια στη διάρκεια του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, το ‘σκασε και κρύφτηκε στη Ρουμανία και εκεί πέρα ερωτεύτηκε μια ρουμάνα. Παράτησε την γιαγιά της Ένα, τη Μλάντενα και η γυναίκα μαράζωνε σιγά σιγά μόνη της στο μισοφτιαγμένο ακόμη σπίτι. Είχαν φτιάξει τη σκεπή πάνω από τα δωμάτια, αυτό να λέγεται, αλλά δεν υπήρχαν πόρτες ούτε παράθυρα και οι τοίχοι είχαν μείνει με τα τούβλα χωρίς σοβάτισμα.

Ο Γκόραν κι η Μλάντενα δεν είχαν παιδιά. Αυτός ήταν και ο βασικός λόγος που πήρε όλα τα λεφτά και την κοπάνησε στην Αυστρία, μπορεί και στην Ιταλία με εκείνη τη ρουμάνα, που ήταν καλλονή. Ήθελε απελπισμένα ένα κληρονόμο, το έλεγε συνέχεια. Η ρουμάνα, κατά τη γνώμη της Μλάντενα δεν ήταν σε καμιά περίπτωση όμορφη, απλά μια καπάτσα τσιγγάνα που τα έριξε στον άντρα της.

Η γιαγιά Μλάντενα ανακάλυψε ξαφνικά ότι ήταν πάμφτωχη. Το βιος της ήτανε δύο ντουλάπες με ωραία αυστριακά κοστούμια, δύο βαλίτσες γεμάτες φορέματα και ένα ψηλοτάβανο σπίτι με μια ντουζίνα άδεια δωμάτια, που το χειμώνα πάγωνε τόσο πολύ που δεν υπήρχε σόμπα στο κόσμο να σε ζεστάνει εκεί μέσα.

Η παρατημένη σύζυγος κατέβασε το κεφάλι από ντροπή. Έγινε το θέμα συζήτησης στην πόλη, και, μη έχοντας κάποιο επίσημο έγγραφο, δεν μπορούσε καν να πουλήσει αυτό το τεράστιο κτίριο, στην πραγματικότητα ούτε καν κτίριο, ένα γιαπί με ένα σωρό μεσοτοιχίες.

Η Μλάντενα προσπάθησε να πουλήσει τα φορέματά της. Κανένας δεν ήθελε της στέρφας γυναίκας τα ρούχα όμως – άμα το κάνεις αυτό η κόρη σου δεν θα να κάνει παιδιά, όλη η πόλη αυτό σιγοψιθύριζε. Μετά η Μλάντενα άρχισε να πουλάει τα κοστούμια του άντρα της. Αυτό τράβηξε μερικούς αγοραστές γιατί ο Γκόραν ήταν πασίγνωστος σ’ αυτά τα μέρη και το όνομά του ισοδυναμούσε με χρυσάφι για το πορτοφόλι σου. Η Μλάντενα είχε την ελπίδα ότι κάποιος χτίστης ή σοβατζής θα αγόραζε τα αυστριακά κοστούμια του άντρα της. Έβαλε ένα κομμάτι χαρτί στην πόρτα: «Πουλάω μισοτιμής σε σοβατζήδες». Αλλά πού να βρεις σοβατζήδες σε κείνη την πόλη, όπου οι άνθρωποι έφτιαχναν τα σπίτια τους με καλαμοσκεπές και λάσπη; Τελικά ήρθε ένας άντρας για να δει τα αυστριακά ρούχα.

«Εγώ είμαι σοβατζής», είπε. «Δώσμου ένα από αυτά τα κοστούμια μισοτιμής».

«Αν είσαι πραγματικά σοβατζής θέλω να μου σοβατίσεις τους τοίχους και τα ταβάνια του σπιτιού», του είπε. «Θα σ’ αφήσω να μένεις στο κελάρι. Αλλά πρώτα πρέπει να σοβατίσεις την κουζίνα. Θα σου μαγειρεύω κιόλας. Μου μοιάζεις για φτωχός. Θα πουλήσω τα πράγματα που έχει αφήσει στο σπίτι ο Γκόραν και θα σε πληρώσω».

Ο σοβατζής κοίταξε την Μλάντενα από πάνω μέχρι κάτω και απάντησε: «Οι γείτονες μου είπανε ότι ο άντρας σου σε παράτησε γιατί δεν μπορούσες να πιάσεις παιδί. Κοίτα τώρα. Εγώ ψάχνω για μια γυναίκα όπως εσύ. Δεν έχω σκοπό να κάτσω να τρώω λεφτά στις πουτάνες όσο θα σου σοβατίζω. Με κατάλαβες τι σου λέω; Θα την περάσουμε μαζί, θα μου μαγειρεύεις και θα μου πλένεις τα ρούχα. Θα σοβατίσω τους τοίχους και θα βάλω και τα παράθυρα. Αν συμφωνείς, ας το ξεκινήσουμε. Αν σου αρέσω θ’ αρχίσω το σοβάτισμα τώρα αμέσως».

«Μα δεν υπάρχει ούτε κρεβάτι εδώ μέσα», του λέει η Μλάντενα.

«Ε, και; Θα το κάνουμε στο πάτωμα. Μη χάνουμε καιρό. Αν δεν μου αρέσεις θα σου αφήσω πέντε λέβα. Ποτέ δεν έχω δώσει σε γυναίκα πάνω από ένα τάληρο. Αν μου αρέσεις θα πιάσω να σοβατίσω την κουζίνα».

Της άφησε ένα τάληρο και μην τον είδατε, αλλά μετά από μια βδομάδα ήρθε πάλι και άρχισε το σοβάτισμα. Μετά από δυο μέρες τα παράτησε, άφησε πάλι ένα τάληρο στο πάτωμα της κουζίνας και βγήκε από το σπίτι φορώντας ένα από τα κοστούμια του Γκόραν, και ένα ζευγάρι σαντάλια του Γκόραν στα πόδια. Έπειτα από ένα μήνα ξανάρθε αλλά το κοστούμι του Γκόραν και τα σαντάλια είχαν γίνει καπνός. Ο άντρας φόραγε σορτς παρόλο που είχε κρύο ακόμη εκείνο τον Ιούνιο. Είχε χάσει τα ρούχα στον τζόγο, είπε. Μετά, ο Ράφκο, αυτό ήταν το όνομά του, άρχισε πάλι το σοβάτισμα –αλλά χρειαζόταν τη βοήθεια της Μλάντενα κάθε λίγο και λιγάκι. Της είπε πως καλύτερα ήταν να στρώνει μια κουβέρτα στο πάτωμα «που και πού» και ήθελε πάλι να της αφήσει ένα τάληρο. Το πρόβλημα ήταν πως δεν είχε φράγκο. Θα της το έδινε όταν είχε και στο μεταξύ εκείνη θα κρατούσε λογαριασμό να ξέρει ακριβώς πόσα της χρωστούσε. Ο Ράφκο έφαγε όλο το ψωμί και τυρί που υπήρχε στο σπίτι, και δεν έμειναν πια πατάτες και γογγύλια στο υπόγειο. Η Μλάντενα δεν είχε λεφτά ούτε για ν’ ανάψει κερί. Είχε ήδη πουλήσει τα κοστούμια του Γκόραν, τα παπούτσια του Γκόραν, τις καρέκλες του Γκόραν μέχρι και τα ντουλάπια με τα γυαλικά του Γκόραν, οπότε στηριζόταν πολύ στα τριάντα εφτά τάληρα που έφτασε να της χρωστάει ο σοβατζής. Το μόνο πράγμα που δεν είχε πουλήσει ως τώρα ήταν μια ραπτομηχανή και είχε σκοπό να τη βάλει κι αυτή ενέχυρο. Κι άμα χειροτέρευε ακόμη περισσότερο το πράγμα σκόπευε να γκρεμίσει το σπίτι και να πουλήσει τα τούβλα. Είχε την ελπίδα πως θα ζούσε από τα τούβλα μέχρι να βρεθεί κάποιος χήρος με μικρά παιδιά. Η γυναίκα λογάριαζε πως θα φρόντιζε τα παιδιά και έτσι θα τα έφερνε βόλτα και θα ζούσε με τον πατέρα τους.

Μια μέρα, η Μλάντενα απελπίστηκε τόσο πολύ που έβαλε μια άλλη αγγελία σ’ ένα κομμάτι χαρτόνι: «Πουλάω μισοτιμής μια ραπτομηχανή SINGER, σε χήρο με μικρά παιδιά».

Στο μεταξύ, ο Ράφκο άρχισε πάλι να δουλεύει κουτσά στραβά και σοβάτιζε το λίβινγκ ρουμ, αλλά το ανακάτεμα με το μυστρί έκανε καμπούρες ή άνοιγε τρύπες στους τοίχους στο πέρασμά του. Όταν δεν είχε μείνει πια το παραμικρό φαγώσιμο στην κουζίνα έκλεβε πατάτες και κρεμμύδια από άλλους κήπους ή έπαιζε στο τζόγο – η Μλάντενα δεν ήξερε ποιο από τα δύο. Καμιά φορά το βράδυ έφερνε σωρούς από τρόφιμα σε τσουβάλια: λασπωμένες πατάτες ήταν πάνω από καρβέλια ψωμί, καμιά φορά και σοκολάτες, ή λουκάνικα, ό,τι θες μπορούσες να βρεις στα φουσκωμένα τσουβάλια του Ράφκο. Καταβρόχθιζε πιπεριές, ελιές και μπισκότα, τα έχωνε όλα με τη μία στο στόμα του. Κι όσο περισσότερο έτρωγε, τόσο λιγότερο σοβάτιζε, περνώντας την περισσότερη ώρα του με την Μλάντενα στη μοναδική κουβέρτα που υπήρχε. Μια μέρα της πρότεινε: «Άκου, καλύτερα να σταματήσω να σε πληρώνω. Με έχεις κάνει δικό σου. Είσαι μαλακιά σαν προβατίνα. Θα σου σοβατίσω το σπίτι τζάμπα και αντί να μένω στο υπόγειο θα έρθω να μένω μαζί σου. Θα κεράσω τον παπά τον Μάνο ένα ποτήρι κονιάκ και θα μας παντρέψει τζάμπα. Δεν χρειάζεται ούτε στην εκκλησία να πάμε. Θα μας παντρέψει εδώ μπροστά στη Singer, τι λες; Μετά θα μπορώ να φύγω άμα σε βαρεθώ και ο Θεός δεν θα μου θυμώσει».

Είπε ψέματα στη Μλάντενα. Δεν κέρασε τον παπα-Μάνο κανένα ποτήρι κονιάκ, αντίθετα, τον φέσωσε και είκοσι λέβα  Ο Ράφκο είπε ότι ήθελε να αγοράσει ένα δαχτυλίδι αρραβώνων για τη νύφη. Πάλι ψέματα είπε βέβαια. Αγόρασε ένα σμόκιν, μια γραβάτα κι ένα κρεβάτι. Ένας Γερμανός μηχανικός αρρώστησε και σε λίγο καιρό πήγε να βρει τον δημιουργό του. Ο σοβατζής πήρε το σμόκιν και τη γραβάτα του πεθαμένου –κοψοχρονιά εδώ που τα λέμε- κι έπειτα πακετάρισε και το κρεβάτι του μηχανικού. Στη χήρα του ο Ράφκο υποσχέθηκε να σκάψει το λάκκο για τον άντρα της σε αντάλλαγμα για το κρεβάτι. Φυσικά κανείς δεν είδε ποτέ εκείνο το λάκκο.

Στην πραγματικότητα ο παπα Μάνο ούτε που κατάφερε να τελειώσει τη γαμήλια τελετή. Στα μισά, ο Ράφκο του είπε: «Σταμάτα, δεν έχω λεφτά για παραπάνω. Μην κατεβάζεις τα μούτρα παπα Μάνο. Μου δίνεις στα νεύρα! Αν σε ξαναδώ να μου κάνεις μούτρα θα σου βγάλω τα ράσα και θα τα πουλήσω να τα δώσω στη Μλάντενα ν’ αγοράσει δαχτυλίδι του γάμου. Το κατάλαβες αυτό που σου λέω;»

Ο παπάς άρχισε να μουρμουρίζει κάτι για την κόλαση αλλά ο Ράφκο ο σοβατζής τον έπιασε από το λαιμό και άρχισε να του βγάζει τα ράσα. Όμως εκεί που είχε αρχίσει να το βγάζει, του είπε:

«Μα την αλήθεια, δεν πρόκειται άνθρωπος να αγοράσει τέτοιο βρωμερό ράσο». Κι έτσι έριξε μια κλωτσιά στα πισινά του παπά και γύρισε σπίτι να βρει τη σύζυγό του που είχε ήδη απλώσει την κουβέρτα στο κρεβάτι του πεθαμένου μηχανικού.

Γρήγορα στο σπίτι δεν έμεινε πάλι ούτε ένα κομμάτι ψωμί, αλλά ο Ράφκο δεν έδωσε σημασία.

«Πρώτη φορά στη ζωή μου που δεν χρειάζεται να πληρώσω γυναίκα», είπε αναστενάζοντας ευτυχισμένα και έριξε μια χαμογελαστή ματιά στους ασοβάτιστους ακόμη τοίχους.

*

 ΤΖΕΙΜΣ Π. ΧΑΝΤΛΕΪ

Η φυλακή της Αγάπης

 (σπόσπασμα από το μυθιστόρημα)

Η φυλακή της Αγάπης.JPGΆνοιξα τα μάτια μου και κοίταξα γύρω μου. Ήμουν καθισμένος στην ίδια καρέκλα μπροστά στο γραφείο από ξύλο καρυδιάς,  αλλά δεν ήμουν πια στη σοφίτα. Κάποιος το είχε μεταφέρει μαζί με το λάπτοπ στο υπόγειο. Έπειτα είχαν κουβαλήσει κι εμένα. Ήταν αδύνατο να το κουνήσω από την καρέκλα μου. Ένας σιδερένιος δακτύλιος είχε τοποθετηθεί γύρω από τη μέση μου. Σε μια του άκρη ξεκινούσε ένα ατσάλινο καλώδιο που κατέληγε στην κολώνα πίσω μου. Τα χέρια μου ήταν ελεύθερα. Μπορούσα να τα κινήσω. Καταλάβαινα το γιατί. Τα χέρια μου ήταν ελεύθερα για να μπορώ να γράφω στο πληκτρολόγιο. Κατά τα άλλα όμως ήμουν αλυσοδεμένος στην καρέκλα. Στο τραπέζι υπήρχε ένα θερμός με καφέ, νερό και μερικά μπισκότα. Μπροστά μου, στην οθόνη του λάπτοπ ήταν κολλημένο ένα post it. Αναγνώρισα τα ορνιθοσκαλίσματα της Μάγκι.

                        «Αγάπη μου θα λείψω για μερικές μέρες.

                           Ο Φρέντο θα σε φροντίσει.

                                  Φιλιά

                                      Μ.»

Αυτό ήταν όλο. Ήταν φανερό ότι με τιμωρούσε γι’ αυτό που της είπα το περασμένο βράδυ. Ποιος ξέρει, μπορεί να είχε ανακαλύψει και την ιστορία με τη Βέρα. Μπορεί να είχε βάλει να με παρακολουθούν. Ακόμη κι ένα αθώο φλερτάκι με ένα κορίτσι ήταν αρκετό για να την κάνει να λυσσάξει από ζήλεια. Και η ιστορία με τη Βέρα ήταν πολύ παραπάνω από ένα αθώο φλερτάκι πια. Η Μαγκνταλένα Λαβ με θεωρούσε ιδιοκτησία της. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Ταυτόχρονα ήθελε να τελειώσω οπωσδήποτε το βιβλίο. Μετά θα της ήμουν άχρηστος. Αλλά ποιος ήταν ο Φρέντο; Εννοούσε τον καφέ που λατρεύουν οι ντόπιοι; Και πως θα μπορούσε να με φροντίσει;

Ένα ρίγος με διαπέρασε. Άραγε ήθελε να με εξοντώσει; Δεν μπορούσα να το πιστέψω. Όχι προτού τελειώσω τη δουλειά, σκέφτηκα. ‘Ήταν τόσο παρανοϊκή ώστε να με δολοφονήσει μετά; Αν ήταν έτσι, δεν θα έπρεπε να τελειώσω ποτέ το βιβλίο. Τι θα γινόταν τότε; Θα έμενα για πάντα εδώ σ’ αυτό το άθλιο υπόγειο; Ενώ προσπαθούσα να βάλω τις σκέψεις μου σε μια σειρά, η καταπακτή άνοιξε ξαφνικά και από το άνοιγμα όρμησε στο υπόγειο μια λωρίδα φως. Ένα πλακουτσωτό φαλακρό κεφάλι εμφανίστηκε στο άνοιγμα. Ύστερα ένα γιγαντιαίο πλάσμα που έμοιαζε με γορίλα άρχισε να κατεβαίνει σκυφτό τα σκαλιά. Τότε κατάλαβα ποιος ήταν ο Φρέντο. Η Μαγκνταλένα μου είχε διηγηθεί την ιστορία του.

**

 Ο Φρέντο ήταν ένας ακόμη εξαθλιωμένος μετανάστης από κάποια χώρα των βαλκανίων που είχε έρθει στην Ελλάδα για να βρει την τύχη του λίγο μετά την κατάρρευση των ανατολικών καθεστώτων. Κάποιος πρόσεξε την απίστευτη σωματοδομή του και τον έστειλε στο γυμναστήριο. Στην αρχή όλα πήγαν καλά. Η τρομακτική δύναμη του έκανε τα βάρη να μοιάζουν με παιχνιδάκι. Κέρδισε εύκολα κάποιους αγώνες σε τοπικό επίπεδο, ύστερα όμως βιάστηκαν να τον στείλουν σε ένα διεθνές μήτινγκ. Εκεί έγινε η ζημιά.

Σε μια προσπάθειά του να κάνει πανευρωπαϊκό ρεκόρ έχασε την ισορροπία του, το σώμα του έφυγε πίσω και καθώς ήταν άπειρος ακόμη, η μπάρα μαζί με τα βάρη εκατοντάδων κιλών ξέφυγε από τα χέρια του και έπεσε πάνω στο κεφάλι του. Έχασε τη μνήμη του και για βδομάδες ολόκληρες δεν θυμόταν ούτε το όνομά του. Κάποτε συνήλθε αλλά οι γιατροί ήταν κατηγορηματικοί. Δεν θα συνερχόταν ποτέ πραγματικά. Η εγκεφαλική βλάβη που είχε υποστεί από το χτύπημα καθήλωνε τη διανοητική του ικανότητα στο επίπεδο ενός εντεκάχρονου παιδιού. Ο Φρέντο είχε ξαναγίνει παιδί και δεν θα μεγάλωνε ποτέ. Το μόνο που του απέμενε για να επιβιώσει ήταν να δουλέψει μπράβος σε νυχτερινά κέντρα. Η Μαγκνταλένα τον γνώρισε όταν ένα γραφείο της τον έστειλε για σωματοφύλακα και τον χρησιμοποιούσε όταν επισκεπτόταν την Αθήνα. Η κατάσταση εκεί ήταν πολύ άγρια, ο κόσμος εξαθλιωμένος, πεινούσε και οι ταραχές ήταν ένα καθημερινό φαινόμενο. Η Αθήνα είχε γίνει μια πολύ επικίνδυνη πόλη.  Εκεί τον συνάντησα κι εγώ, όταν χρειάστηκε να μείνουμε λίγες μέρες στην πρωτεύουσα προτού έρθουμε στα Κύθηρα. Μας ακολουθούσε παντού σαν σκιά αλλά ήταν τόσο αθόρυβος που παρά τον όγκο του γρήγορα ξεχνούσες την παρουσία του. Τώρα φαίνεται ότι είχε ζητήσει να τον στείλουν εδώ. Για να με «φροντίσει».

**

Με πλησίασε με γοργά βήματα. Στο χέρι του κρατούσε ένα πιάτο με σάντουιτς και από τις τσέπες του έβγαλε δυό μπύρες.

–              Τι κάνει ο κύριος; Συνήλθε; Άρχισε να γράφει; Η κυρία είπε…

–              Βγάλε με από δω βρωμογορίλα! Βγάλε με από δω τώρα αμέσως. Θα μπλέξεις άσχημα αν δεν με αφήσεις να φύγω! Θα φας όλη σου τη ζωή στη φυλακή, στο λέω!

Δεν έδειξε να προσέχει αυτά που του έλεγα.

–              Όλα θα πάνε καλά κύριε, είπε ήσυχα. Αρχίστε να γράφετε. Μόλις τελειώσετε θα είστε ελεύθερος να πάτε όπου θέλετε. Σας έφερα μερικά σάντουιτς και δυό μπύρες. Η κυρία τα έχει προβλέψει όλα. Θα σας λύνω μια φορά την ημέρα. Θα κάνουμε μια βόλτα εδώ τριγύρω και ότι άλλο χρειάζεστε και θα ξαναγυρίζουμε. Έτσι θα γίνεται μέχρι να τελειώσετε.

–              Είσαι τρελός; Με φυλακίσατε για να γράψω; Κανείς δεν μπορεί να γράψει έτσι. Δεν μπορείς να το κάνεις αυτό.

–              Δεν γίνεται αλλιώς, κύριε, είπε με κάποια θλίψη στο αλλόκοτο μούτρο του. Θα μείνετε εδώ μέχρι να τελειώσετε, συμπλήρωσε. Αυτές είναι οι εντολές.

Ήξερα ότι δεν θα έβγαινε τίποτε αλλά είχα θυμώσει τόσο πολύ που άρπαξα το γεμάτο θερμός και το πέταξα στο κεφάλι του. Δεν πήγε εκεί ακριβώς που ήθελα, τον πήρε κάπως ξώφαλτσα αλλά έστω κι έτσι οποιοσδήποτε συνηθισμένος άνθρωπος θα τραυματιζόταν άσχημα. Ο Φρέντο ούτε που κουνήθηκε από τη θέση του. Ψαχούλεψε το κεφάλι του, βρήκε το σημείο που είχε λίγο αίμα και βγάζοντας ένα σακκούλι με καπνό από την τσέπη του, έτριψε λίγο καπνό επάνω στην πληγή. Αυτό ήταν όλο. Ύστερα σήκωσε το θερμός και το έβαλε πάλι στη θέση του χωρίς να κάνει κανένα σχόλιο. Εκείνο που με τρόμαξε περισσότερο απ’ όλα ήταν η απίστευτη ηρεμία στις κινήσεις του.

–              Εντάξει λοιπόν, κύριε. Θα έρθω το απόγευμα να δω πως πάτε.

Άρχισε να απομακρύνεται με αθόρυβα βήματα.

–              Στάσου! φώναξα. Σταμάτα. Πρέπει να μιλήσω με την Μάγκι. Θα γράψω. Αλλά πρέπει να μιλήσω μαζί της. Πρέπει να συζητήσουμε αυτά που γράφω… Πρέπει να της δείξω…

Κοντοστάθηκε και με κοίταξε χαμογελώντας.

–              Δεν χρειάζεται, είπε. Η κυρία το έχει σκεφτεί αυτό. Κάθε φορά που τελειώνετε ένα κεφάλαιο θα μου το δείχνετε. Αν πηγαίνει καλά θα σας λέω να προχωράτε. Όταν το τελειώσετε όλο θα το διαβάσω από την αρχή. Η κυρία είπε ότι αν μου αρέσει θα είστε ελεύθερος.

Τον κοίταξα σα να με είχε χτυπήσει κεραυνός χωρίς να καταλαβαίνω τίποτα.

–              Τι είπες τώρα; Καταλαβαίνεις τι λες; Είσαι ηλίθιος. Έχεις εγκεφαλική βλάβη. Είσαι ηλίθιος με υπογραφή γιατρού. Εσύ θα κοιτάξεις αυτά που γράφω; Εσύ θα μου πεις αν σου αρέσουν;

Διακινδύνευα να απλώσει το χέρι του και να με λιώσει σαν κατσαρίδα αλλά δεν άντεχα άλλο. Επιτέλους είμαι συγγραφέας. Μπορεί να είμαι κακός συγγραφέας, μπορεί να με είχαν στο χέρι αλλά υπάρχουν και κάποια όρια.

Ο τύπος έμεινε απόλυτα ήρεμος πάντως.

–              Η κυρία είπε ότι αν μου αρέσουν εμένα θα αρέσουν και στον κόσμο. Είναι απλό, είπε η κυρία. Αρκεί να γράψετε πράγματα που αρέσουν στον κόσμο. Αν δεν αρέσουν στον κόσμο δεν θα αρέσουν και σε μένα. Είναι πολύ έξυπνη η κυρία.

Ένα ρίγος διαπέρασε το κορμί μου. Μάζεψα όλο μου το κουράγιο για να τον ρωτήσω.

–              Κι αν δε σου αρέσουν αυτά που γράφω;

Το βλέμμα του σκοτείνιασε.

–              Πρέπει να μου αρέσουν. Αλλιώς θα έχουμε πρόβλημα. Αλλά ο κύριος είναι συγγραφέας έτσι δεν είναι; Ξέρει πώς να γράφει πράγματα που να αρέσουν στον κόσμο. Αυτό δεν κάνει ο συγγραφέας; Γράφει πράγματα που αρέσουν στον κόσμο…

Είχε φτάσει κιόλας στην άκρη της σκάλας. Μου έριξε άλλο ένα περίεργο βλέμμα και άρχισε να ανεβαίνει σκυφτός τα σκαλιά. Προτού κλείσει το άνοιγμα γύρισε το απαίσιο κεφάλι του προς το μέρος μου και μου είπε ξανά:

–              Βάλτε το καλά στο μυαλό σας, κύριε. Πρέπει να γράψετε πράγματα που αρέσουν στον κόσμο. Η κυρία το τόνισε αυτό. Είναι εύκολο. Γράφτε τέτοια πράγματα και όλα θα πάνε καλά!

 *

ΓΚΟΥΙΛ ΤΖΕΙΜΣ ΤΟΜΑΣ

Στη μέση του πουθενά

 Λαιμαργία (απόσπασμα από το διήγημα)

 Στη μέση του πουθενά.jpgΟ Γκούσο ζούσε με ένα κορίτσι που το έλεγαν Τζούλια. Η Τζούλια ήταν μια ωραία μελαχρινή, τριάντα δύο χρόνων και δούλευε σε κομμωτήριο. Ο Γκούσο συχνά διασκέδαζε με την ιδέα ότι όλο αυτό τον καιρό που την ήξερε δεν έδειχνε να έχει μεγαλώσει καθόλου. Ή τουλάχιστον το πέρασμα του χρόνου δεν άφηνε τα ίχνη του σ’ αυτήν όπως σ’ εκείνον. Ο Γκούσο σκεφτόταν ότι αυτό είχε γίνει πολύ απλά επειδή είχε χάσει κάπως το ρυθμό του την περασμένη χρονιά. Αλλά δεν υπήρχε λόγος να το αρνιέται, μεγάλωνε.  Έτσι κι αλλιώς όμως δεν μπορούσε να κάνει κάτι γι’ αυτό και έλεγε στον εαυτό του ότι έτσι πάνε αυτά τα πράγματα. Είχε τα χρονάκια του πια και δεν έπρεπε να τον ενοχλεί αυτό.

Η ζωή ήταν αρκετά απλή κάτω απ’ τη στέγη τους.  Εδώ και κάποια χρόνια πάνω κάτω συνέβαιναν τα ίδια πράγματα. Υπήρχαν φορές που κοιτούσε από το παράθυρο και έβλεπε τη Τζούλια να φιλάει ένα τύπο στην άλλη άκρη του δρόμου. Ήταν κάτι που πάντα τον έριχνε όσο κι αν προσπαθούσε να μείνει ανεπηρέαστος, αλλά δεν υπήρχε περίπτωση να πει κάτι γι’ αυτό.  Έτσι πάνε αυτά τα πράγματα. Ο Γκούσο εξακολουθούσε να την αγαπάει, με τον τρόπο του.

Η αλήθεια είναι όμως ότι είχε εμφανιστεί κι άλλη μια σκιά στον απλοϊκό παράδεισο του Γκούσο τώρα τελευταία. Ο Γκούσο ήταν βολικός τύπος γενικά και δεν ήθελε πολλά για να νιώθει καλά και ήταν ευχαριστημένος με τα μικρά πάθη της ζωής, ένα από τα οποία ήταν το φαγητό και η κατανάλωσή του. Από τότε που η Τζούλια τον ανάγκασε να κάνει δίαιτα δυσκολευόταν όλο και περισσότερο να νιώσει απόλαυση, αφού έπρεπε να τρώει μόνο μικρές ποσότητες φαγητού. Οι μικρές μερίδες δεν του άρεσαν καθόλου και το φαγητό έμοιαζε πολύ μονότονο. Η Τζούλια δεν του έδινε ούτε μια μπουκίτσα από το φαγητό της τώρα πια. Και πάλι όμως, ο Γκούσο έλεγε στον εαυτό του ότι έτσι πάνε αυτά τα πράγματα. Τουλάχιστον είχε αναλάβει να του φτιάχνει εκείνη το φαγητό. Αλλά αυτό δεν μπορούσε να τον κρατήσει ικανοποιημένο για πολύ καιρό. Περίμενε υπομονετικά να βγει εκείνη έξω και να μπει στο αμάξι της. Μετά άρχιζε το κυνήγι του φαγητού.  Εκείνη νόμιζε ότι είχε κρύψει καλά τα πάντα, αλλά ο Γκούσο είχε γίνει πολύ παρατηρητικός σχετικά με αυτά που πέταγε και με αυτά που έτρωγε η ίδια η Τζούλια. Μερικές φορές ένιωθε τέτοια λαχτάρα να φάει κάτι που ριψοκινδύνευε να βουτήξει κάποιο  πολύ μεγάλο κομμάτι ή εντελώς ανόητα να αφήσει πίσω του ίχνη από τα παράνομα γλέντια του, με τα ψίχουλα ή ξεχνώντας ένα κομμάτι της συσκευασίας. Με τον καιρό βέβαια είχε μάθει να ξεχωρίζει πόσο ήταν το ιδανικό κομμάτι που έπρεπε να πάει ή την γωνία που έπρεπε να κόψει κάτι –και υπήρχαν πολλές επιλογές να διαλέξει. Από τη στιγμή που τίποτε δεν έμενε ανοιχτό ή δεν άφηνε κάτι εκτεθειμένο, η Τζούλια δεν έδειχνε να υποψιάζεται τίποτε.

 

*

ΜΠΡΑΪΑΝ ΓΚΡΙΝ

Με κάνεις να κάνω κύκλους

 Νυσταγμένος (απόσπασμα από το διήγημα)

Με κάνεις να κάνω κύκλους-μικρότερο.jpgΟ Στιβ, που ποτέ δεν ένιωθε άνετα όταν είχε ανθρώπους στους υπόλοιπους χώρους του διαμερί-σματος, επειδή δεν ένιωθε άνετα με τον συγκάτοικό του, προτίμησε να περάσει την ώρα του με την Ανν στο δωμάτιό του. Η Ανν τον ενημέρωσε για όλα τα νέα στο καφέ, γέλασαν όταν εκείνη του είπε διάφορες ιστορίες που είχαν γίνει με τους συνάδελφους του που δεν τους πολυσυμπαθούσαν και για διάφορους ενοχλητικούς πελάτες. Έπειτα η Ανν ρώτησε τον Στιβ τι έτρεχε με την περίπτωσή του. «Θέλω να πω, σκοπεύεις να δεις κάποιο γιατρό; Δεν είναι και πολύ φυσιολογικό να κοιμάσαι δώδεκα ή δεκάξι ώρες κάθε μέρα δυο βδομάδες τώρα, έτσι δεν είναι;»

Ο Στιβ απέφυγε να κοιτάξει την Ανν κατάματα ύστερα έριξε ένα βλέμμα στα χέρια του και είπε:

«Όχι, δεν νομίζω πως χρειάζομαι γιατρό. Τσεκάρω τη θερμοκρασία μου κάθε δυο μέρες και πάντα είναι κανονική. Και όρεξη έχω και όλα είναι εντάξει. Νομίζω ότι απλά είναι μια φάση».

Η Ανν δεν έδειξε να πείθεται και πολύ από αυτή την εξήγηση, αλλά το άφησε να περάσει. Ρώτησε τον Στιβ αν είχε καθόλου μουσική να βάλει (πάντα άκουγαν τα σιντί που έφτιαχνε ο Στιβ με διάφορα τραγούδια όσο δούλευαν μαζί, στην Ανν άρεσε το γούστο του Στιβ στη μουσική). Προφανώς ο Στιβ δεν το βρήκε αυτό ασυνήθιστο και σηκώθηκε και έβαλε ένα σιντί που άκουγε πολύ τώρα τελευταία: ένας ήχος που έμοιαζε σαν βούισμα από μηχανές αεροπλάνου. Κι όσο κι αν απολάμβανε τη συντροφιά της Ανν, όσο κι αν ένιωθε ενθουσιασμένος που την είχε στο δωμάτιο κοντά του, από τη στιγμή που άκουσε τους ήχους που έμοιαζαν με βόμβο από μηχανές, αρκούσαν  μόνο μερικά λεπτά για να φτάσει σε ένα σημείο όπου δεν μπορούσε να αντισταθεί πια και χώθηκε στο κρεβάτι. Ζήτησε συγνώμη από την Ανν, της είπε να νιώσει άνετα, και μετά έπεσε για ύπνο.

Όταν ο Στιβ ξύπνησε από αυτό τον υπνάκο, μιάμιση ώρα ή τόσο περίπου, αργότερα, είδε ότι η Ανν είχε αποκοιμηθεί κι εκείνη ακούγοντας τους ήχους από τις μηχανές.  Καθόταν στην καρέκλα στο δωμάτιό του με ένα βιβλίο στην αγκαλιά της, το κεφάλι της είχε γείρει στους ώμους και τα μάτια της ήταν κλειστά. Ο Στιβ σκέφτηκε πως έμοιαζε πιο όμορφη από ποτέ, έτσι όπως κοιμόταν. Αργότερα, αφού εκείνη έφυγε για τη δουλειά και προτού ο ίδιος ξαναγυρίσει στο κρεβάτι, έγραψε στο σημειωματάριό του: «Ο ύπνος της στο δωμάτιό μου μαζί μου είχε τη σημασία μιας σύνδεσης μεταξύ μας όπως ακριβώς θα μπορούσε να είναι κάθε πράξη αμοιβαίας αγάπης».

 *

ΚΑΡΑ ΛΟΝΓΚ

Λίγο πριν χαθεί εντελώς…

διηγήματα

 Αλλάζοντας συνήθειες (απόσπασμα από το διήγημα)

Λίγο πριν χαθεί εντελώς....jpgΦτάνουμε -όλοι μας-  στην κηδεία την ακριβή ώρα που μας είχε πει ο υπεύθυνος της τελετής. Η γιαγιά μου, προς μεγάλη μου ανακούφιση, επέλεξε να αποτεφρωθεί. «Δεν θα υπάρχω πια έτσι κι αλλιώς», είχε πει για την απόφασή της. Η θεία Ρίτα τραβάει στην άκρη τον τελετάρχη για να κάνει μερικές ερωτήσεις. Ο Μπόμπι και εγώ παίρνουμε τις θέσεις μας στο μπροστινό μέρος, κοντά στο βωμό.

«Τι υποτίθεται ότι πρέπει να κάνουμε;» ψιθυρίζει, με ανήσυχο βλέμμα.

«Πραγματικά δεν ξέρω», λέω. «Νομίζω ότι ο πατέρας και οι άλλοι θα βγάλουν τους λόγους».

Ο Μπόμπι τυλίγει ένα από τα χέρια του γύρω από το λαιμό του και τον τρίβει. «Αυτό είναι φοβερό», λέει.

Οι άνθρωποι αρχίζουν να μαζεύονται περίπου είκοσι λεπτά πριν από την ώρα της τελετής. Γνωρίζω μόνο μερικούς από αυτούς. Μιλούν κυρίως στον πατέρα μου και τη θεία Ρίτα.  Σε εμάς απλώς κουνάνε το κεφάλι και λένε τα συλλυπητήρια. Η κηδεία της γιαγιάς μου με κάνει να νιώθω σαν ένα μικρό κορίτσι και πάλι. Ούτε ο Μπόμπι ούτε εγώ ξέρουμε τι να πούμε, ή τι να κάνουμε με τα χέρια μας. Ψάχνω να βρω στην αίθουσα τη Ροσέλ, αλλά δεν την βρίσκω. Η θεία Ρίτα παρηγορεί την κυρία Γουάμπας, μια από πιο στενές φίλες της γιαγιάς. Ο θείος Στιβ έρχεται και στέκεται σιωπηλός κοντά στον Μπόμπι κι εμένα. Οι τρεις μας μένουμε έτσι κοιτώντας ίσια μπροστά περιμένοντας να ξεκινήσει η τελετή.

Ο παπάς λέει διάφορα ωραία, γενικόλογα πράγματα για τη γιαγιά μου, καλά καλά δεν την ήξερε. Ο πατέρας μου λέει το εγκώμιο, και τα καταφέρνει καλύτερα από ό, τι φανταζόμουν. Μερικά ακόμη άτομα, ανάμεσά τους και η θεία Ρίτα, σηκώνονται και λένε μερικά λόγια για τη γιαγιά μου. Ούτε Μπόμπι ούτε εγώ μιλάμε. Λίγο πολύ έχω πει ό,τι χρειαζόμουν στη γιαγιά μου από μόνη μου. Μια φορά που είχαμε πιάσει κουβέντα και τη ρώτησα τι άλλο είδος της ζωής θα μπορούσε να θέλει, είπε, «Μέγκαν, δεν μ’ αρέσουν αυτού του είδους οι σκέψεις. Στο τέλος σε οδηγούν σε κατάθλιψη». Μετά είπε, «το θέμα είναι να σκέφτεσαι τη ζωή που ζεις κάθε στιγμή και πως θα γίνει να μην κάνεις πάρα πολλά λάθη».

Όταν πια η τελετή έχει τελειώσει και οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν φύγει, πηγαίνω για  μια γρήγορη βόλτα. Βγάζω το τηλέφωνό μου και παίρνω τη μητέρα μου. Της λέω τι μου είχε πει η γιαγιά και της ζητάω να κάτσει να το σκεφτεί, μετά κλείνω το τηλέφωνο. Βλέπω ότι τα χέρια μου τρέμουν, γι’ αυτό τα χώνω στις τσέπες του παλτού μου. Πίσω μου ακούω κάποιον να πλησιάζει προς το μέρος μου και γυρίζω να δω. Είναι η Ροσέλ. «Περίμενέ με», λέει. «Θέλω κι εγώ να πάρω λίγο αέρα».

«Έρχεσαι στης γιαγιάς;» ρωτάω.

Η Ροσέλ δεν απαντήσει στην ερώτησή μου. Αντί γι’ αυτό μου λέει: «Έχω μια κόρη στην ηλικία σου, ξέρεις. Το όνομά της είναι Σούζαν».

«Ω», είναι το μόνο που μπορώ να πω.

«Πρόσεξα ότι δεν είπες τίποτα στη διάρκεια της κηδείας της γιαγιάς σου»,  λέει.

«Όχι», απαντάω, «αλλά μίλησα αρκετά με τη γιαγιά προτού πεθάνει».

«Ήσασταν αγαπημένες με τη γιαγιά σου;» ρωτάει.

«Μπορείς να το πεις», λέω. «Αλλά μερικές φορές είναι δύσκολο να έρθεις κοντά με τους ανθρώπους στην οικογένειά μου». Την κοιτάζω στα μάτια. «Τουλάχιστον για μένα είναι», λέω. «Έχουν το δικό τους στυλ, υποθέτω».

Η Ροσέλ γελάει. «Όλοι το ‘χουμε αυτό» λέει.

Η θεία Ρίτα έρχεται με το αυτοκίνητό της και σταματάει δίπλα μας. «Μπείτε μέσα εσείς οι δύο», λέει. «Έχει παγωνιά».

Η Ροσέλ κάθεται στη θέση του συνοδηγού και εγώ στο πίσω κάθισμα. Η θεία Ρίτα φτιάχνει τον εσωτερικό καθρέφτη ώστε να μπορεί να με βλέπει. Κρατώντας τα μάτια της σε μένα, λέει: «Λοιπόν».

«Λοιπόν», λέω κι εγώ.

Φτάνουμε μέχρι το σπίτι της γιαγιά μου χωρίς να πούμε λέξη. Γέρνω στο πίσω παράθυρο και ζωγραφίζω κύκλους πάνω στην υγρή πάχνη που έχει μαζευτεί. Σε λίγες μέρες θα γυρίσω πίσω στο σχολείο.

«Είσαι εντάξει;» ρωτάει η θεία Ρίτα καθώς παρκάρει στο δρόμο της γιαγιάς μου.

«Αχά», λέω. Έχω κάνει μια σειρά από μικρότερους κύκλους στο εσωτερικό του μεγαλύτερου κύκλου.

«Ομόκεντροι κύκλοι, ε;» λέει η Ροσέλ. «Κι εγώ έτσι μόνο μπορώ να βρω το δρόμο μου για καινούργια μέρη».

Απλώνω το χέρι μου στους κύκλους και τους σβήνω από το παράθυρο.

«Ξέρω τους δρόμους εδώ γύρω αρκετά καλά», λέω.

«Ναι, το φαντάζομαι ότι θα τους ξέρεις», λέει. Πάει να πει και κάτι ακόμη, αλλά την κόβει η θεία Ρίτα που φωνάζει να πάμε μέσα.

«Άντε, δεν θα φάμε όλη τη μέρα εδώ», φωνάζει σε μας από το δρομάκι που οδηγεί στο σπίτι.

Η Ροσέλ με κοιτάζει και μου στέλνει ένα αχνό χαμόγελο. Βγαίνουμε από το αυτοκίνητο έχοντας την πλάτη γυρισμένη η μία στην άλλη, και κλείνουμε τις πόρτες σε απόλυτη αρμονία.

  *

ΜΑΙΚΛ Σ. ΚΙΘ

Καρικατούρες

          Snow Job (απόσπασμα από το διήγημα)

Καρικατούρες.jpgΗ δραματική αλλαγή έγινε μέσα σε λιγότερο από 48 ώρες. Μισό μέτρο είχε φτάσει το χιόνι στο κέντρο της πόλης Χάρτφορντ, κι είχε φτιάξει λοφάκια εδώ κι εκεί που μοιάζανε πολύ με τους σωρούς από άνθρακα που στοιβάζουν στα ορυχεία.

Οι Μαύροι Λόφοι του Κονέκτικατ, μούγκρισε ο Στέισι Γουίλαρντ, καθώς πήγαινε στη δουλειά του στο οδοντιατρείο. Γιατί να θέλει κανείς έστω και με μια σταλιά μυαλό στο κεφάλι του να ζει σε αυτό το κλίμα, όταν το καλοκαίρι απέχει μόνο μια βολτίτσα με το αεροπλάνο;

Που να φανταστεί τώρα ο Στέισι ότι στην πραγματικότητα σχεδόν όλοι εκείνοι που είχαν κολλήσει στην ατελείωτη ουρά των αυτοκινήτων μπροστά και πίσω του σκεφτόντουσαν ακριβώς το ίδιο πράγμα. Πράγματι, η συντριπτική πλειοψηφία των κατοίκων της πόλης αυτής του βορρά ένιωθαν ξαφνικά να υποφέρουν από βαριά κατάθλιψη, εξαιτίας της φοβερής παγωνιάς του χειμώνα. Γιατί να πρέπει υποφέρουμε αυτό την απαίσια κατάσταση, δίχως λόγο κι αφορμή; Αυτό σκεφτόντουσαν. Κι οι περισσότεροι, άρχισαν να κάνουν σοβαρά σχέδια να αφήσουν πίσω τους πια αυτό το βρώμικο χιόνι και το κρύο και να πάνε στη Φλόριντα. Μόνο όσοι ανήκαν στα χαμηλά κοινωνικά και οικονομικά σκαλοπάτια του πληθυσμού, θέλοντας και μη, έμεναν ανεπηρέαστοι από την ξαφνική παρόρμηση να δραπετεύσουν στο νότο.

Μέσα στις επόμενες μέρες, το αεροδρόμιο, ο σιδηροδρομικός σταθμός και ο σταθμός των λεωφορείων γέμισαν με άτομα που αναζητούσαν ήλιο. Οι μεγάλες οδικές αρτηρίες που συνδέουν το Χάρτφορντ με το Ορλάντο έπηξαν τόσο πολύ με αυτοκίνητα, τροχόσπιτα και φορτηγά που έμοιαζαν με ατέλειωτο πάρκινγκ, έτσι όπως ήταν κολλημένα κι ελάχιστα προχωρούσαν τα αυτοκίνητα, τα παραφορτωμένα με οικογενειακό εξοπλισμό. Πάνω από εκατό χιλιάδες άνθρωποι έτοιμοι-να γίνουν- πρώην – Μοσχοκάρυδοι* πήραν το δρόμο για μια νέα ζωή…  με βήμα σημειωτόν, έστω. Κανένας δεν είχε σκοπό να γυρίσει ποτέ ξανά στην ερημιά του χειμώνα της Νέας Αγγλίας.

«Γιατί δεν το είχαμε σκεφτεί αυτό πιο πριν;» ρώτησε η Σίλβια Γουίλαρντ, καθώς πακετάριζαν βιαστικά τα υπάρχοντά τους σε ένα νοικιασμένο φορτηγάκι της φίρμας U-Haul, έτοιμοι να αρχίσουν το οδοιπορικό τους για καλύτερους καιρούς.

«Υποθέτω ότι από πάντα σκεφτόμουν να φύγουμε μακριά από εδώ, αλλά ξαφνικά μου ήρθε η σκέψη από το πουθενά ότι… μπορούμε να το κάνουμε. Φυσικά, δεν σκέφτηκα ποτέ ότι ολόκληρη η πόλη θα έχει την ίδια ιδέα την ίδια στιγμή. Αυτό που γίνεται τώρα είναι απίστευτο», απάντησε ο Στέισι.

Υπήρχε βέβαια μια χούφτα υπαλλήλων του Χάρτφορντ που  παραπονέθηκαν ότι η μαζική έξοδος θα βύθιζε την πόλη στο χάος. Ο δήμαρχος και το μεγαλύτερο μέρος του δημοτικού συμβουλίου δεν εξέφρασαν πάντως παρόμοιες ανησυχίες, αλλά η αιτία γι’ αυτό ήταν πολύ απλά ότι, και αυτοί, μάζευαν τα πράγματά τους να φύγουν.

*

ΝΤΑΝΙΕΛ  Ν. ΦΛΑΝΑΓΚΑΝ

Μαύρο

Ιστορίες για γυναίκες, καταχρήσεις ουσιών και ψυχικές ασθένειες

Ιστορία του μπάνιου: 2

μαυρο μικρότερο.jpgΚαι καθόμουν στην τουαλέτα, μια μέρα τώρα τελευταία, μια συνηθισμένη ημέρα. Δεν θα δώσω πολλή σημασία στη γραμματική σήμερα θα γράψω όπως μου έρχεται. Έτσι, εκεί ήμουν, σκανάροντας την Craigslist για να βρω την τέλεια δουλειά μερικής απασχόλησης, γιατί το γράψιμο δεν είναι τρόπος να βγάλεις λεφτά. Γύριζα τις σελίδες ψάχνοντας να βρω κάτι, με το ένα χέρι στο αξύριστο μάγουλο και τα μάτια μου να πηγαίνουν πέρα δώθε.

Άφησα το μυαλό μου να ταξιδέψει σε όλες αυτές τις υπέροχες αναμνήσεις που μ’ αρέσει να ανακαλώ. Πήγα πίσω στο ’03. Η μουσική έπαιζε κι εγώ ήμουν μακριά. Οδηγούσα σε ένα συνηθισμένο δρόμο, με 40 μίλια την ώρα, όταν ήρθε αυτή η σκέψη. Από εκείνο το μεγάλο πεύκο ποτέ δεν πέρασα τόσο ξυστά. Το κυνηγούσα για να εξαφανιστώ. Ήταν Άνοιξη, να ξέρετε. Δεν έχει σημασία όμως, σας παρακαλώ να αγνοήσετε αυτή την προτελευταία πρόταση.

Γλίστρησα έξω από το δρόμο, το μισό αυτοκίνητο πάνω στο γρασίδι, κι αναρωτιόμουν πως θα ήταν αν είχε γίνει η σύγκρουση. Αν θα ήταν καλή ιδέα ή όχι. Ήξερα ότι δεν υπήρχε περίπτωση να βρω μια δουλειά, δεν ήμουνα φτιαγμένος γι’ αυτό, δεν είχα την ψυχική σταθερότητα. Ήμουν λίγο ζαλισμένος, αλλά υπήρχαν κάποια αρχέγονα ένστικτα που αρνήθηκαν να με εγκαταλείψουν. Πήγα πίσω και εμπρός, αριστερά και δεξιά, κύλησα πάνω από χόρτο και στο πεζοδρόμιο, προσπαθώντας να αποφασίσω για τη μοίρα μου.

Φαντάστηκα ότι χτυπούσα πάνω στο δέντρο με 40 μίλια την ώρα, με τους αερόσακους να σκάνε στο πρόσωπό μου, τη ζώνη ασφαλείας να με σφίγγει και να μου αφήνει σημάδια. Σκέφτηκα πως μια σπασμένη μύτη θα ήταν το χειρότερο που θα πάθαινα και αυτό ήταν παρήγορο, γιατί δεν ήθελα να πεθάνω, θα ήταν τρελό. Ήθελα όμως να νιώσω τη σύγκρουση,  πάντα την ονειρευόμουν και την σχεδίαζα στο μυαλό μου έτσι κι αλλιώς.

Έστριψα απότομα την τελευταία στιγμή, επειδή είσαι είτε αυτοκτονικός ή κότα. Είμαι κότα, απλώς θέλω να τραβάω την προσοχή.  Ένας ψευτοσυγγρα-φέας που έχει ανάγκη τα φράγκα και ένα καινούργιο όνειρο κάθε φορά.

Αυτή η ιστορία θα μπορούσε να συνεχιστεί, θα μπορούσα να σας πω πώς το αυτοκίνητο στο όνειρό μου είχε ένα σκασμένο λάστιχο, και πως με σταμάτησαν οι μπάτσοι της μικρής πόλης με τα περιπολικά τους και τα φώτα που αναβόσβηναν και παρ’ όλα αυτά πήγα στο σπίτι, αφού δεν ήμουν καν μεθυσμένος, το μόνο που είχα μέσα μου ήταν ένα δηλητηριώδες μίσος για τον εαυτό μου, και έτσι οι μπάτσοι τελικά μου έφτιαξαν το λάστιχο προτού με συλλάβουν και με θεώρησαν επικίνδυνο, για τον εαυτό μου και τους άλλους, και με έστειλαν σε ένα ψυχιατρικό νοσοκομείο, πιθανότατα το ΜακΛίν, γιατί δεν γνωρίζω κανένα άλλο, και, ενδεχομένως, να έγραψα τις περιπέτειες μου εκεί…

Αλλά ειλικρινά, όταν κάθεσαι στο ζεστό σου μπάνιο και ψάχνεις να βρεις δουλειά από το Craigslist χάνεις κάθε επιθυμία να γράψεις για το τι και το αν και ποιο είναι το όνειρο που περνάει φευγαλέα μπροστά στα μάτια σου.

Ίσως την επόμενη φορά.

*

Μ. Ε. ΜΑΚΜΑΛΕΝ

Το Παρίσι δεν ανήκει σε κανένα

 Μπατζ (διήγημα, απόσπασμα)

ΤΟ ΠΑΡΙΣΙ ΔΕΝ ΑΝΗΚΕΙ ΣΕ ΚΑΝΕΝΑΝ.jpg

Το όνομα Μάριο δεν ήταν μέσα στα διακόσια παρατσούκλια και ψευδώνυμα του Μπατζ που είχε μαζέψει ο Μιγκάλ Σαλ στην γαλαξιακή του οδύσσειά, αλλά αυτό δεν αποτελεί έκπληξη. Ο Μπατζ, ήταν γνωστό ότι απολάμβανε τις διάφορες εκδοχές σχετικά με το πραγματικό του όνομα. Κάποια περίοδο, επέμενε ότι δεν είχε πραγματικό όνομα. «Δεν φοβόταν ότι θα τον κοροϊδέψουν», θυμάται ο Σαλ, «και αυτή ήταν η μεγάλη του δύναμή»

Ήμασταν, λοιπόν, στα ίχνη του Μπατζ, Σταν, και για πρώτη φορά μέσα σε εξήντα τρεις χιλιάδες χρόνια, ο φίλος μου ο Σαλ είχε βρει ένα σημάδι, για το οποίο ήταν σίγουρος. Οφείλω να ομολογήσω ότι όντως μοιάζει με σημάδι, αλλά αναρωτιέμαι γι’ αυτόν τον Μάριο που κρέμεται στον τοίχο. Από όσο ξέρουμε, από τις εξαντλητικές τυχαίες δειγματοληψίες, αυτός ο άτριχος δι-βλαστικός Μάριο, είναι το μοναδικό ον που απεικονίζεται οπουδήποτε μέσα στο μέτροπλεξ.

Λογικά τώρα θα σκέφτεσαι, ότι καλά όλα αυτά, αλλά τι σχέση έχουν με σένα τετρακόσια χρόνια αργότερα, ε, Σταν; Αυτή είναι μια εύλογη ερώτηση. Η απάντηση ξεκινά με ένα νέο τρόπο αντίληψης του εδώ και του τώρα. Σύμφωνα με τις διδαχές του τέλειου επιμηκυντή, το εδώ και το τώρα κάθε δευτερολέπτου ύπαρξης, από την αρχή έως το τέλος του χρόνου είναι ενσωματωμένο στο συνεχές, και μπορείς να το προσεγγίσεις με τις κατάλληλες τεχνικές επέκτασης πεδίου. Δυστυχώς, ο Μπατζ δεν επεκτάθηκε άλλο πάνω σε αυτό το θέμα. Δεν επεκτάθηκε σε κανένα θέμα. Σύμφωνα με την ιστορία, ο Μπατζ άφησε ένα σύννεφο από λαχανί ατμό, μια απόχρωση που για τους επιμηκυντές υποδηλώνει μυστήριο, την ημέρα που έκανε αυτήν την περίφημη παρατήρηση περί «ενσωματωμένης ύπαρξης». Κανείς δεν έμαθε ποτέ κάτι παραπάνω γι’ αυτό το θέμα, Σταν. Ο Σαλ με προειδοποίησε ότι τα γραπτά αρχεία ήταν λίγα και ότι η γραμμή μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας ήταν συνήθως θολή.

Θες να μάθεις τι σχέση έχεις εσύ με αυτόν τον Μπατζ, Σταν;

Αριθμητική! Αυτή την σχέση έχεις. Υπάρχουν περίπου δεκαεπτά δισεκατομμύρια επιμηκυντές, στον χαρτογρα-φημένο γαλαξία. Περίπου οι μισοί από αυτούς, πιστεύουν ότι κάποτε υπήρχε και μπορεί ακόμα να υπάρχει ένας επιμηκυντής με το όνομα Μπατζ, ο οποίος κατάφερε να επιτύχει τη φώτιση ενός τέλειου πεδίου, σε όλο το μήκος και το πλάτος του σύμπαντος. Αυτό μας κάνει, περίπου οκτώμισι δισεκατομμύρια αληθινούς πιστούς. Όπως μπορείς να φανταστείς, οποιαδήποτε οπτική απόδειξη των πεποιθήσεών τους, θα σήμαινε πολλά.

Με κάποιο τρόπο, κυκλοφόρησε από το ΣΑ και εγκρίθηκε από τις αρχές, μια επίσημη αναφορά του ταξιδιού. Σύμφωνα με αυτή την αναφορά, ο Πλοηγός Πρώτης Τάξης Μιγκάλ Σαλ απεβίωσε ως αποτέλεσμα της ακτινοβολίας από ένα μανδύα Ψ/Σ. Η ίδια ακτινοβολία κατέστησε την Διοικητή του, Άλις Μηδέν Τέσσερα Επτά, ανάπηρη και παράφρων. Παίζεται πολύ χρήμα, Σταν. Οι Ρόζεν θα σε ενημερώσουν. Ακολούθησε ένα επίσημο πέπλο σιωπής.

Χτενίσαμε κάθε σπιθαμή αυτού του ζαχαρο-πλαστείου, ψάξαμε σε κάθε σχισμή και κοιτάξαμε κάτω από όλα τα ντουλάπια και μέσα σε όλα τα συρτάρια. Μετρήσαμε τα πάντα δύο φορές. Κάναμε υπέρηχους, σαρώσεις ακτινών Χ και μια σειρά από άλλα τεστ. Ο Σαλ χρησιμοποίησε τεχνικές αυτό-ύπνωσης, ψυχοτρόπα φάρμακα και ισχυρές δονήσεις ηλεκτρονικού πεδίου, για να βυθιστεί σε κατάσταση υψηλής ενόρασης, αλλά χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Εκτός από το γεγονός ότι ήταν σε λάθος θέση, η καρέκλα ήταν ίδια με όλες τις άλλες καρέκλες.

Οι επιμηκυντές είναι απρόβλεπτα πλάσματα, Σταν. Οι αισθητήρες του Σαλ είχαν σχηματίσει μια μικρή καμπύλη εκείνη την τελευταία μέρα, ένα χαμόγελο από κάποιον που δεν είχε χείλη. Σήκωσε τον λαιμό του, ώστε οι αισθητήρες φωτονίων του να είναι στο ίδιο επίπεδο με τα μάτια μου. «Φεύγω από το ΣΑ, Άλις» είπε.

Έπαθα σοκ. «Για να κάνεις τι; Να μείνεις εδώ, στη μέση του πουθενά και να περιμένεις να εμφανιστεί κάτι;»

«Έχω επενδύσει εξακόσιους τριάντα αιώνες σε αυτό, Άλις. Και ακόμα πιο σημαντικό, παίζονται οι ελπίδες και τα όνειρα δισεκατομμυρίων επιμηκυντών. Μέχρι τώρα, υπήρχαν μόνο τα έργα τέχνης. Μέχρι τώρα, ο Μπατζ ήταν τυλιγμένος στο μύθο και το μυστήριο, περισσότερο μια ιδέα παρά ένα ζωντανό ον. Ποτέ δεν είχε αφήσει ίχνη, ένα αξιόπιστο σημάδι. Και ξαφνικά, υπάρχουν δύο».

«Δύο;»

Ο Σαλ σταμάτησε να μιλάει και έστησε τα ακουστικά του. «Το άκουσες αυτό;». Ησυχία, δεν άκουγα τίποτα. Μετά από λίγο συνέχισε. «Λέγεται ότι ο Μπατζ προτιμούσε ιδιαίτερα ένα γλυκό».

Θυμήθηκα την πινακίδα και είπα με σιγουριά: «Παγωτό. Είναι, δηλαδή, σημάδι αυτή η πινακίδα;»

Ακούστηκε η πόρτα και αμέσως μετά το κουδουνάκι. Ένας γεροδεμένος άντρας με αρχές καράφλας και άσπρη ποδιά στεκόταν στην είσοδο. Ήταν ο Μάριο, ο άνδρας στην φωτογραφία. «Εϊ», καλωσορίσατε στου Μάριο» είπε. Το μουστάκι του πετάριζε καθώς μιλούσε. «Είμαι ο Μάριο Μπερτόλι. Ελπίζω να μην περιμένατε πολλή ώρα».

«Εεε…»

«Δεν πειράζει», είπε χαμογελαστά. «Τώρα είμαστε όλοι εδώ». Συστηθήκαμε και το ύφος του έγινε σοβαρό. «Ο άνθρωπος-πουλί μου είχε πει ότι η καταιγίδα και ο μανδύας Ψ/Σ, δεν θα σταματούσαν τους αληθινούς εξερευνητές. Είχε δίκιο τελικά»

«Ο άνθρωπος-πουλί;»

«Έτσι τον φωνάζω, δεν μου έχει πει το όνομά του».

«Τι είναι αυτό το μέρος, αυτό το τεράστιο, άδειο μέτροπλεξ;»

«Κι εγώ αυτό τον ρώτησα, αλλά μου είπε ότι δεν είναι αυτή η σωστή ερώτηση. Η ερώτηση είναι: Τι θα υπάρχει εδώ όταν οι προφητείες πραγματοποιηθούν;»

«Ποιες προφητείες;» ρώτησε ο Μιγκάλ Σαλ και μου έριξε μια λοξή ματιά.

«Αυτές που είναι γραμμένες στα βράχια» είπε ο Μάριο. «Οι ντόπιοι τις αποκαλούν προφητείες».

«Ντόπιοι;»

Έβγαλε ένα χαρτάκι από την τσέπη της ποδιάς του. «Έγραψα αυτά που είπε», είπε ο Μάριο. «Έλεγε πολύ ωραίες ατάκες και έπαιρνε και την κατάλληλη πόζα, όταν έκανε τις παρατηρήσεις του. Ακούστε: Ένας σταθμός για το μέλλον, αφιερωμένος στην δημιουργία της αρμονίας μεταξύ των ειδών – ακριβώς πέρα από τα σύνορα του «τώρα» στο Σχεδόν Τέλειο Μέλλον».

«Αυτούς τους ντόπιους, γιατί δεν μπορούμε να…»

«Να τους δείτε;» Ο Μάριο σήκωσε τους ώμους του. «Δεν ξέρω, αλλά νομίζω ότι έχει να κάνει με το παγωτό;»

«Με το παγωτό;»

«Ο άνθρωπος-πουλί του είχε ιδιαίτερη αδυναμία. Τα  λόγια ήταν αυτά ακριβώς: ότι μια μέρα, κάθε κουλτούρα θα έχει τη δική της γεύση και αυτό θα βοηθήσει στην καλύτερη κατανόηση μεταξύ των ειδών»

«Μάλιστα!» Ο Σαλ ξεφύσησε μια ριπή μωβ-πράσινου ατμού, απόχρωση που υποδηλώνει έναν χλευασμό δυσπιστίας. «Σε αυτό το μέρος, έχουν ζήσει αμέτρητα είδη, για αμέτρητους αιώνες», είπε, «και έχουν σκαλίσει τις προφητείες τους σε αυτά τα παραθαλάσσια βράχια, και ο Μπατζ κατέληξε ότι όλα αυτά είναι μια σειρά κοινωνικών αλληλεπιδράσεων με βάση το παγωτό;»

«Είπε ότι, όταν τα μυριάδες αυτά είδη συμμετέχουν μαζί σε αυτό που αποκάλεσε «η ουσία με τα πολλά ονόματα», συχνά αποκτούν μια σαφέστερη αλληλο-κατανόηση. Είναι γραμμένο στους γκρεμούς».

Αναρωτήθηκα γιατί οι ιπτάμενες κάμερες δεν κατέγραψαν ούτε ίχνος από αυτούς του «ντόπιους», ακόμα κι αν εμείς δεν μπορούσαμε να τους δούμε. Ο Σαλ άφησε τρία φιστικί συννεφάκια ατμού, απόχρωση που υποδηλώνει χαρά. «Ίσως δεν μπορούμε να τους εντοπίσουμε», είπε, «επειδή βρίσκονται στο άπειρο πεδίο του Μπατζ».

Ο Μάριο ανασήκωσε τους ώμους του ξανά. «Δεν έχω ιδέα».

«Αυτός ο άνθρωπος-πουλί… πως έμοιαζε;» ρώτησε ο Σαλ, ρίχνοντας μου κλεφτές ματιές.

«Έμοιαζε… με εσένα» είπε ο Μάριο χαρωπά. «Κομματάκι μεγαλύτερος ίσως».

*